ΑΡΧΙΚΗ

Δύο παλιές φωτογραφίες από την αγροτική ζωή των γυναικών του Δολού, πριν από πολλά χρόνια.

Η Χρυσούλα Πότση με την ντρουμπολίτσα!

Η Γιαννούλα Πότση με το τρακτέρ του χωριού. Στο βάθος διακρίνονται όλα τα χωράφια οργωμένα!

Αναδημοσιεύουμε μια φωτογραφία από το site "Μένουμε ...Δελβινάκι", από ποδοσφαιρικό αγώνα μεταξύ των ομάδων Δελβινακίου και Πωγωνιανής (όπου από λάθος αναφέρεται η ομάδα της Βήσσανης) και εμφανίζονται μαθητές και από το Δολό.

Καθισμένοι από δεξιά: Χρήστος Φωτόπουλος, Ναπολέων Ζέρβας, Βασίλης Κωσταράς.                                                                                                                                    Από αριστερά 3ος ο Γιώργος Παράσχος από Πωγωνιανή.                                                                                         

Όρθιος 3ος από αριστερά ο Δημήτρης Κωτρότσιος

«Ηπειρώτικο μοιρολόι.  Οδοιπορικό στην αρχαιότερη ζωντανή δημώδη μουσική της Ευρώπης» είναι ο τίτλος του βιβλίου του Κρίστοφερ Κινγκ  που κυκλοφόρησε αυτές τις ημέρες από τις εκδόσεις “Δώμα” και παρουσιάστηκε στο Ωδείο Αθηνών στις 4 Δεκεμβρίου 2018. Αμερικανός μουσικολόγος, μουσικός παραγωγός , συγγραφέας  και επιμελητής ήχου ιστορικών μουσικών έργων, έχει βραβευθεί με Grammy για τη δουλειά του, ο Κίνγκ έχει επιδοθεί στη συστηματική μελέτη και καταγραφή των ηπειρώτικων μοιρολογιών.

 

 

Πρόκειται για ένα πολυσύνθετο και φιλόδοξο τόλμημα: λαογραφία, εθνογραφία, μουσικολογία, φιλοσοφία, ταξιδιωτική περιγραφή. Πάνω απ’ όλα όμως ένας ύμνος στη μουσική της κοινότητας, στη συλλογική ζωή και στις κοινές εμπειρίες: δύσκολος βιοπορισμός, απώλεια, θλίψη, χαρά, μνήμη, προφορικότητα, δημιουργία, έμπνευση, κάθαρση.

Το παραδοσιακό τραγούδι, όπως παρατήρησε, μεταξύ άλλων, στο Ωδείο Αθηνών ο Κινγκ, είναι ο τρόπος που έχει ο βοσκός από τη μια πλευρά για να ελέγχει τα ζώα του και από την άλλη για να προσφέρει ηρεμία στους ανθρώπους. Το παραδοσιακό τραγούδι της Ηπείρου έχει ορχηστρικό χαρακτήρα και το ηπειρώτικο μοιρολόι επιδιώκει να ανακουφίσει την καρδιά από το βάρος της απώλειας, αποτελώντας θεμελιώδη θεραπεία για το πένθος - πρόκειται για μια μεταρσιωμένη μελαγχολία. Το τραγούδι και η μουσική γενικότερα στα χωριά της Ηπείρου δεν είναι διασκέδαση, αλλά συμμετοχή σε μια διαδικασία κοινής θεραπείας, μια ίαση που είναι τόσο αναγκαία όσο και το γάλα της μάνας. Σύμφωνοι, τόνισε ο Κινγκ, το παραδοσιακό τραγούδι μπορεί να είναι και διασκέδαση, ο κύριος σκοπός του όμως παραμένει η μέθεξη. Η ηπειρώτικη δημοτική μουσική, ξεκαθάρισε ο ομιλητής, είναι σημαντική λόγω της παλαιότητάς της. Επιπροσθέτως, έμεινε ανόθευτη από οθωμανικές επιρροές, ίσως λόγω της απομόνωσης στην οποία έζησε ο τόπος επί δεκαετίες - ίσως και λόγω της ανεξαρτησίας και της υπερηφάνειας των κατοίκων του.

Διαβάστε το σχετικό άρθρο :https://www.lifo.gr/articles/music_articles/199552/lament-for-epirus-enas-amerikanos-ereynitis-katagrafei-to-megaleio-tis-ipeirotikis-moysikis

 

 

Πρόκειται για μια παλιά  συνήθεια που έφτασε στις μέρες μας από την αρχαία Ελλάδα και συνεχίζει να γίνεται σε όλες τις περιοχές της πατρίδας μας .  Στην Αρχαία Ελλάδα γίνονταν προς τιμήν του θεού Απόλλωνα και ονομάζονταν Πυανέψια,  κατά τη διάρκεια της οποίας πρόσφεραν στο θεό, τους πρώτους καρπούς της σοδειάς. Η ονομασία της γιορτής προέρχεται από την λέξη πύαμος (= κύαμος, κουκί) και το ρήμα ἕψω, που σημαίνει βράζω, μαγειρεύω. Κατά τα Πυανέψια έβραζαν σπόρους κάθε είδους.Σήμερα το έθιμο αυτό σε πολλά μέρη της Ελλάδος γίνεται στις 21 Νοεμβρίου προς τιμήν της Παναγίας της Πολυσπορίτισσας για την ευλογία της σποράς και ονομάζονται πολυσπόρια. Στην Ήπειρο και σε άλλες περιοχές βράζονται "τα μπόλια" στις 30 Νοεμβρίου, του Αγίου Ανδρέα, για να αντρειώσουν τα σπαρτά, να μεγαλώσουν και να προκόψουν, γι’ αυτό και δόθηκε στον Νοέμβριο το όνομα «Αντριάς». Μπόλια ονομάζονται γιατί όπως ο εμβολιασμός, το μπόλιασμα, πολλαπλασιάζει το φυτό, έτσι και με την προσφορά  αυτή στον Άγιο, επιζητείται  η ευλογία του για την ευημερία των σπαρτών και την αύξηση της καρποφορίας. 

Λέγοντας "Μπόλια" εννοούσαν ένα μείγμα από πολλά σπόρια, μια κακαβιά θα λέγαμε, τα οποία τα βάζανε σε μια μεγάλη κατσαρόλα. Η κατσαρόλα αυτή περιείχε συνήθως ντόπια προϊόντα κυρίως φασόλια, φακές ρεβίθια. καλαμπόκι, σιτάρι  και όποια άλλα όσπρια μπορούσε ο καθένας να βάλει στην κατσαρόλα, προσθέτοντας και λίγη ζάχαρη. Η ανομοιογένεια των προς βράση υλικών απαιτούσε αρκετή ώρα, μιας και δεν υπήρχαν τότε οι κατσαρόλες γρήγορου βρασμού (χύτρες) για να βράσουν, με αποτέλεσμα να μένουν στη φωτιά αρκετό χρόνο. Αυτό απαιτούσε συνεχή τροφοδοσία της φωτιάς. Αφού η φωτιά άναβε, τότε τοποθετούσαν πάνω στην «πυροστιά» την κατσαρόλα με τα μπόλια και έπρεπε να διατηρηθεί η φωτιά όλη τη νύχτα για να σιγοβράσουν τα μπόλια. Έτσι λοιπόν έπρεπε να μείνει ένας να «λαγοκοιμάται» δίπλα στη γωνιά και να τροφοδοτεί την φωτιά με ξύλα όλη την νύχτα. Την άλλη μέρα "τα μπόλια"  είχαν βράσει και σερβίρονταν κανονικά στο μεσημεριανό τραπέζι σαν κυρίως πιάτο. Επειδή συνήθως ήταν αρκετά τα μπόλια οι νοικοκυρές προσέφεραν και στα γειτονικά σπίτια ανταλλάσσοντας πιάτα για να κάνουν και τη σύγκριση ανάμεσά τους.

Τελειώνοντας επισημαίνουμε ότι η γνώση και η μελέτη των εθίμων, που διατηρούνται και ασκούνται κυρίως από τις γυναίκες, μάς βοηθάει να κατανοήσουμε τον απλό άνθρωπο της υπαίθρου, τις ελπίδες, τις αντιλήψεις και τους φόβους του, για τον ορατό και τον αόρατο κόσμο που τον περιβάλλει. Τα πατροπαράδοτα έθιμα είναι μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

 

Μια έκπληξη μας περίμενε στην περιήγησή μας στην έκθεση φωτογραφίας. Πάνω σε ένα τραπέζι αναπαυόταν διακριτικά ένα άλμπουμ. Το εξώφυλλο μαρτυρούσε την πατρότητά του, ήταν της Ανθούλας. Ξεφυλλίζοντάς το θαυμάσαμε τα έργα της που πηγάζουν από το πηγαίο ταλέντο της στη ζωγραφική, που δεν το γνωρίζαμε. Συγχαρητήρια στην Ανθούλα.