Χλωρίδα

Χλωρίδα

Στην ευρύτερη περιοχή του Δολού, η δενδρώδης βλάστηση που κυριαρχεί είναι τα διάφορα είδη δρυός (πλατύφυλλη δρυ, χνοώδης δρυ, ευθύφλοιος δρυ). Σποραδικότερα συναντάμε κουτσουπιές, κρανιές, αγριογκορτσιές, φράξους, οστρυές, σφεντάμια και γράβους (είδος πρίνου). Κατά τους θερινούς μήνες, οι ορεινοί όγκοι που περικυκλώνουν το χωριό κατακλύζοντιαι από αρώματα προερχόμενα από ρίγανη, τσάι και χαμομήλι. Στα μέσα της άνοιξης ο επισκέπτης κατά την ανάβαση του στο Κουτσόκρανο, μπορεί να παρατηρήσει μία ποικιλία αγριολούλουδων με προεξέχων ένα είδος ενδημικής παιωνίας, που ονομάζεται τοπικά «Μποζόρι»

Αναλυτική παρουσίαση:

Η σελίδα είναι υπό κατασκευή

Αγριοβρώμη (Avena barbata) Εκτύπωση E-mail
Ανήκει στην οικογένεια των Αγροστοδών (Gramineae). Είναι μονοετής πόα, ύψους έως 1 μ. Τα φύλλα είναι γραμμοειδή και έχουν μήκος έως 30 εκ. Η ταξιανθία είναι αραιή φόβη και κάθε σταχύδιο αποτελείται από 2-3 ανθίδια. Το ένα από τα βράκτια που περιβάλλουν τους στήμονες και το στύλο (λεπίδες) καλύπτεται από μακριές τρίχες και φέρει μακρύ άγονο περιελισσόμενο στο κάτω μέρος, μήκους 3-6 εκ.Βρίσκεται σε ξηρές προσήλιες θέσεις, κατά μήκος δρόμων και μέσα σε καλλιέργειες, σε χαμηλά και μέσα υψόμετρα. Είναι ευρασιατικό φυτό, κοινό στην Ελλάδα.
   

 

Αγριοκαστανιά- Ιπποκαστανιά (Aesculus hippocastanum) Εκτύπωση E-mail
   

Δένδρο μεγάλο, ύψους 15-25 μ., με πυκνή κόμη, ανήκει στην οικογένεια των Ιπποκαστανιδών (Hippocastanaceae). Έχει φύλλα μεγάλα, αντίθετα, μακρόμισχα, παλαμοειδή, με 5-9 φυλλάρια οξύληκτα, οδοντωτά, πράσινα, σχεδόν λεία. Τα άνθη είναι ζυγόμορφα, λευκά με ρόδινα στίγματα, σε πυραμιδοειδή όρθιο ακραίο βότρυ μήκους 10-30 εκ. Ο καρπός του μοιάζει με κάστανο. Κατά την άνθησή του (Απρίλιο με Μάιο) είναι εντυπωσιακό δένδρο.

Φαρμακευτικές ιδιότητες: Ο φλοιός του δένδρου χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική και στη βυρσοδεψία. Επίσης χρησιμοποιείται για θεραπεία κωλικών των αλόγων και μουλαριών, για το λόγο αυτό έχει πάρει και το όνομά του.

 

 

Περισσότερα

Η αγριοκαστανιά είναι το σήμα κατατεθέν του Δολού, γιατί δεσπόζει στο προαύλιο της εκκλησίας, όπου εκεί διοργανώνονται όλες οι εκδηλώσεις του χωριού (πανηγύρια, γάμοι, η πρώτη θεατρική παράσταση το 1907, η ανάσταση κ.α.). Γι αυτό έχουν γραφεί και αρκετά ποιήματα γύρω από την "καστανιά", όπως την αποκαλούμε στο Δολό, παρότι είναι αγριοκαστανιά.  

  

  

 

Αγριοκρέμμυδο - σκυλλοκρέμμυδο (Urginea maritime) Εκτύπωση E-mail
urginea_maritima_img_0239 Ανήκει στην οικογένεια των Λειριωδών (Liliaceae). Το γνωστό σκυλοκρόμμυδο με τον πελώριο βολβό που σαν πάρει όλη του την ανάπτυξη φτάνει σε μέγεθος μικρής κεφαλής. Παρουσιάζει μακρύ στέλεχος, ως ένα μέτρο, με πολλά άνθη σε μεγάλο τσαμπί (μικρά κρινάκια) λευκά στο χρώμα. Τα φύλλα του είναι μακριά, πλατιά και λεία. Βγαίνουν αφού παρουσιασθούν τα άνθη, στο τέλος του καλοκαιριού με αρχές του φθινοπώρου. Ο χυμός της προκαλεί φαγούρα και φουσκάλες, όταν έρθει σε επαφή με το δέρμα. Εξ αιτίας αυτής της ιδιότητας της η χρήση της είναι μεγάλη. Έκοβαν το κρεμμύδι της ψιλό - ψιλό, το ανακάτευαν με αλεύρι ή πίτουρο και το τοποθετούσαν κάτω από τις ρίζες τις ροδιάς και της αμυγδαλιάς σαν είδος ποντικοφάρμακου. Οι ποντικοί που έτρωγαν αυτό το μίγμα έσκαγαν. Το στέλεχός της το χρησιμοποιούσαν ως μέσο μαντικής για τον προσδιορισμό της καλής χρονιάς. Λένε ότι όταν είναι μεγάλη η ανθοφορία του, η χρονιά θα είναι καλή. Αν όμως τα άνθη του είναι λειψά η χρονιά δεν θα 'ναι καθόλου καλή.

Φαρμακευτικές ιδιότητες:  Στη φαρμακευτική η χρήση του είναι μεγάλη. Είναι διουρητικό, τονωτικό της καρδιάς, αποχρεμπτικό στην περίπτωση βρογχίτη και κοκίτη, ενεργητικό στη σπλήνα και στην πνευμονία. Δεν ενδείκνυται η χρήση του στις περιπτώσεις νευρικών παθήσεων και παθήσεων της κοιλιάς. Σε μεγάλες δόσεις δρα σαν δηλητήριο.

 

 

Αγριόκρινος - Ίρις η Γερμανική ( Iris germanica) Εκτύπωση E-mail

iris_germanica_001

 

 

 

 

 

 

 

 

Ανήκει στην οικογένεια των Ιριδωδών (Iridaceae) και άλλες ονομασίες του είναι Κρινάκια ή Κρίνοι. Είναι πολυετές φυτό διακρινόμενο για τα θεαματικά πανέμορφα άνθη του. Τα φύλλα του είναι γραμμοειδή, μήκους έως 70 εκ. και πλάτους έως 3,5 εκ. και χρώματος πράσινα ανοιχτά. Σχηματίζει συνήθως 3-5 μεγάλα και εντυπωσιακά άνθη, που βγαίνουν στην κορυφή ενός ψηλού στελέχους. Έχουν χρώμα ελαφρά μπλε προς το ιώδες, και αποτελούνται από έξη όμοια σέπαλα ανά τρία προς τρία. Τα εξωτερικά γυρισμένα προς τα κάτω κι εφοδιασμένα κατά μήκος της μεσαίας γραμμής με μικρές κίτρινες τρίχες όρθια και τρία εσωτερικά γυρισμένα προς τα κάτω. Χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα για το ανθοδοχείο εξ αιτίας των όμορφων λουλουδιών του και την υπέροχη ευωδιά τους. Επειδή ανθίζει τέλος του Απρίλη με τ' άνθη του στόλιζαν τον Επιτάφιο.

Φαρμακευτικές ιδιότητες:  Στη φαρμακευτική συνιστάται σαν τονωτικό ελαφρό των βρόγχων, που βοηθά τις αποχρέμψεις. Χρησιμοποιείται η αποξηραμένη ρίζα του φυτού και δρα ως καθαρτικό, ανθελμινθικό, διουρητικό, τονωτικό, αποχρεμπτικό, ενώ νωπό το φυτό είναι εμετικό, επίσης η νωπή ρίζα αναφέρεται ότι έχει πολύ καλά αποτελέσματα στη θεραπεία της υδρωπικίας. Η ρίζα χρησιμοποιείται ως σταθεροποιητικό στην αρωματοποιία, ως συστατικό σε οδοντόκρεμες, σε αποσμητικά για την αναπνοή και ως αρωματική ύλη τροφίμων. Το αιθέριο έλαιο που παρασκευάζεται από φρέσκια ρίζα έχει τις ίδιες χρήσεις. Ο χυμός της φρέσκιας ρίζας χρησιμοποιείται για εξωτερική χρήση ως αφέψημα για την απομάκρυνση των φακίδων.

Περισσότερα

Με την ονομασία Ίριδα οι Αρχαίοι Έλληνες είχαν βαφτίσει μια δευτερεύουσα θεά του Ολύμπου, αγγελιοφόρο των θεών, κόρη του Θαύμαντα και της Ωκεανίδας, που είχε αδελφές τις Αρπυίες, την Αελλώ και την Άρκη. Όταν οι θεοί ήθελαν να ορκιστούν στο νερό της Στυγός, την έστελναν να γεμίσει το χρυσό σταμνί της. Στο πέρασμά της φανερώνονταν στο θόλο του ουρανού εφτά υπέροχα χρώματα. Γι' αυτό θεωρήθηκε η προσωποποίηση του ουράνιου τόξου. Ένα άλλο θλιβερό της καθήκον ήταν να κόβει τα μαλλιά του μετώπου στις ετοιμοθάνατες, που βασανίζονταν, για να πεθάνουν πιο γρήγορα, ενώ ο Όμηρος λέει ότι με παράκληση του Αχιλλέα ειδοποίησε τον Ζέφυρο και το Βοριά να φυσήξουν περισσότερο για να δυναμώσουν οι φλόγες, που έκαιγαν το κορμί του φίλου του Πάτροκλου.

 

 

Άγριο Σκόρδο (Allium amethystinum) Εκτύπωση E-mail

 

Ανήκει στην οικογένεια των Λειριωδών (Liliaceae) και είναι πολυετής πόα, ύψους 20-120 εκ. Έχει βολβούς, διαμέτρου 1,5-2 εκ., οι οποίοι καλύπτονται από μεμβρανώδεις χιτώνες. Έχει 3-7 γραμμοειδή φύλλα, μήκους έως 50 εκ., τα οποία περιβάλλουν με κολεό το κατώτερο τμήμα του βλαστού. Τα άνθη είναι πολυάριθμα και διατάσσονται σε σφαιρικά σκιάδια με διάμετρο 2,5-6,5 εκ. Η βάση τη+ς ταξιανθίας περιβάλλεται από βράκτιο (σπάθη), μήκους 2-7 εκ. Το περιάνθιο είναι πορφυρό, κυλινδρικό, μήκους 3-4,5 χιλ. και μέσα από αυτό, προεξέχουν οι στήμονες.     Απαντάται σε εγκαταλελειμμένους αγρούς και σε πετρώδεις πλαγιές με φρύγανα και θαμνώνες, συνήθως σε χαμηλά και μέσα υψόμετρα. Είναι μεσογειακό φυτό, αρκετά κοινό στην Ελλάδα.

 

 

 

 

 

 

 

 

Αγριοστάχυ - τριχοστάχυ - Κριθή η Μύουρος (Hordeum murinum) Εκτύπωση E-mail
 

Ανήκει στην οικογένεια των Αγρωστωδών (Gramineae). Φυτρώνει σε πετρώδη εδάφη, σε πολυσύχναστα μέρη και κατά μήκος των δρόμων. Τα φύλλα του είναι σπαθοειδή. χαρακτηριστικά της οικογενείας των αγρωστωδών. Έχουν ανοιχτοπράσινο χρώμα, φθάνουν σε μήκος τα είκοσι εκατοστά και είναι μυτερά στις άκρες.  

Τα άνθη του είναι μικρά στάχυα με ωραίες αλύγιστες τρίχες και μοιάζουν με το καλλιεργούμενο κριθάρι. Χρησιμοποιείται κυρίως σαν χορτονομή για τα μεγάλα ζώα. Τα παιδιά παίζοντας, πετούσαν τα άνθη του στα ρούχα του άλλου, όπου συνήθως «κολλούσαν».

 

 

 
Αγριοτριανταφυλλιά (Rosa canina)    
 

 Ανήκει στην οικογένεια των Ροδανθών (Rosaceae), είναι πολυετής θάμνος πολύκλαδος και αγκαθωτός, ψηλός που φθάνει από 1-3 μέτρα. Τα φύλλα του είναι σύνθετα και πριονωτά, με 5-7 φυλλάρια, σχετικά μεγάλα, ωοειδή ή ελλειψοειδή, λεία και πριονωτά. Τα άνθη της είναι ρόδινα ή λευκά, με πέταλα αραιά και ο καρπός της είναι κόκκινος και ωοειδής με πολλούς σπόρους, γνωστός με το όνομα «κυνόροδο». Ανθίζει την άνοιξη και χρησιμοποιούμενα μέρη είναι τα άνθη και οι καρποί.


Φαρμακευτικές ιδιότητες: Είναι είδος φαρμακευτικό γνωστό στη λαϊκή σαν πολύ καλό φάρμακο. Οι καρποί και τα άνθη περιέχουν μεγάλη ποσότητα βιταμίνης και γι' αυτό είναι πρώτης τάξεως αντισκορβουτικό και φάρμακο για το ραχιτισμό. Το αφέψημα θεωρείται ιδανικό τονωτικό σε λοιμώξεις του αναπνευστικού συστήματος, στο συνάχι, την ατονία, την ανορεξία και στην δυσπεψία. Έχει στυπτικές ιδιότητες και βοηθά στην καταπολέμηση της διάρροιας και των κολικών των εντέρων. Επίσης θεωρείται πολύ αποτελεσματικό αντισηπτικό για μολύνσεις και ερεθισμούς των βλεφάρων και των οφθαλμών. Το αιθέριο έλαιο θεωρείται πολύ αγνό και ασφαλές για χρήση αλλά σπάνια κυκλοφορεί ανόθευτο.Τα άνθη και οι καρποί της αγριοτριανταφυλλιάς χρησιμοποιούνται για γλυκά του κουταλιού, μαρμελάδας, σιρόπια και ζεστά ροφήματα με έξοχη γεύση.  

 

 

Ακακία (Robinia pseudoacacia) Εκτύπωση E-mail

Το πιο γνωστό είδος ακακίας στην Ελλάδα είναι αυτό του γένους Ροβίνια της οικογένειας των Χεδρωπών (Fabaceae) . Ήρθε στην Ελλάδα την εποχή του Όθωνα και είναι γνωστό και σαν ψευδοακακία. Δέντρο ψηλό με σύνθετα μακρουλά φύλλα και αγκάθια. Τα άνθη της είναι λευκά σχηματίζουν μπουμπούκια και είναι εύοσμα. Φυτεύεται σε διάφορα πάρκα σχηματίζοντας δεντροστοιχίες.

Φυλλοβόλο δέντρο μέτριου μεγέθους , ύψους 20-35 μέτρων η φυσική γεωγραφική του εξάπλωση είναι στη Βόρειο Αμερική , στην Ευρώπη καλλιεργείτε από το 17ον αιώνα. Παρουσιάζει καλή προσαρμογή σε πολλούς τύπους εδαφών, αντέχει σε πολύ φτωχά και ξηρά εδάφη όμως για να έχει καλή και γρήγορη ανάπτυξη χρειάζεται βαθιά , χαλαρά, μέτρια νωπά εδάφη. Άνθη λευκά κατά την περίοδο Απρίλιο- Μάιο , ο καρπός ωριμάζει το Οκτώβριο--Νοέμβριο . Έχει πολλές απαιτήσεις σε φως (φωτόφυλλο) ενώ η θερμοκρασία παίζει μικρότερο ρόλο στην εξάπλωση του είδους . Συχνά εξαπλώνεται στο γύρο χώρο με ριζοβλαστήματα γεγονός που πολλούς τους ενοχλεί. Μετά απο καταστροφή με φωτιά η αναγέννηση είναι άμεση (με ριζοβλαστήματα) γεγονός που το καθιστά κατάλληλο για περιοχές που καίγονται συχνά.

 

 

 

 

 

Αρμπαρόρριζα - μπαρμπαρόζα - αμπερόρριζα (Pelargonium odoratissimum)    

Ανήκει στην οικογένεια των Γερανιδών (Geraniaceae). Ποώδες φυτό, πολυετές, ύψους 0,5-1 μ. σε μορφή ημισφαιρικού θάμνου, με καταγωγή από Νότια Αφρική. Φύλλα χνουδωτά, ρυτιδωτά, ωοειδή, βαθιά σχισμένα, έλλοβα, πολύ εύοσμα. Άνθη λιλά, σε μπουκέτα στις άκρες των βλαστών. Φυτό ανθεκτικό στην ξηρασία και ευδοκιμεί σε όλα τα εδάφη.

 Φαρμακευτικές ιδιότητες:  Η λαϊκή ιατρική θεραπεύει με αφέψημα αμπερόριζας τα πεπτικά προβλήματα και με το χυμό της δερματικά νοσήματα.Επίσης,θεωρείται ηρεμιστικό και καταπραϋντικό.

Χρησιμοποιείται για να αρωματίσει γλυκά με φρούτα. Επίσης χρησιμοποιείται σε αφέψημα, μόνο του ή μαζί με άλλα βότανα.

 

 

Αμυγδαλιά (Amygdalus communis) Εκτύπωση E-mail
   

Καρποφόρο δέντρο της οικογένειας των Ροδανθών (Rosaceae). Προέρχεται από την Μικρά Ασία και θεωρείται τυπικό μεσογειακό δέντρο και διαδόθηκε στις χώρες της Μεσογείου από τους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Τα άνθη της είναι εντυπωσιακά, άσπρα με ευχάριστη οσμή και με πέταλα ελαφρά ρόδινα. Τα πέταλά της έχουν μικρό μίσχο και σχήμα λόγχης. Το εξωκάρπιο του καρπού της είναι γκριζοπράσινο σκεπασμένο με λεπτό χνούδι και περιέχει ένα ή δύο σπέρματα κλεισμένα σε ξυλώδες κέλυφος με πολλές μικρές τρύπες. Τα σπέρματα είναι άσπρα και έχουν γεύση γλυκιά ή πικρή ανάλογα με την ποικιλία.

Τα γλυκά αμύγδαλα χρησιμοποιούνται σαν ξηροί καρποί, στην ζαχαροπλαστική και για την παραγωγή ελαίου. Τα πικρά χρησιμοποιούνται στη φαρμακευτική και στην αρωματοποιία.

 

Φαρμακευτικές ιδιότητες:  Η αμυγδαλιά παράγει γλυκούς και πικρούς καρπούς.

Ποικιλία με γλυκούς καρπούς: τα φρέσκα φύλλα της αμυγδαλιάς κοπανισμένα καταπραΰνουν τους πόνους των ελκών, των μωλώπων, των εγκαυμάτων και πόνων του κεφαλιού. Ο δεύτερος φλοιός της γλυκιάς αμυγδαλιάς είναι αντιπυρετικός, διουρητικός και ανθελμινικός. Το αφέψημα των φύλλων ή του φλοιού είναι καθαρτικό. Τα φύλλα της είναι αντιβηχικά ενώ μπορεί να εξαφανίσει τις κοκκινίλες. Τα αμύγδαλα είναι κατά της ναυτίας.

Πικρά αμύγδαλα: το λάδι των πικρών αμυγδάλων είναι ισχυρό δηλητήριο. Τα πικρά αμύγδαλα έχουν αντισπασμωδικές ιδιότητες. Το γαλάκτωμα των πικρών αμυγδάλων είναι ευεργετικό στις παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος και στην οδυνηρή δυσμηνόρροια.

 

 

 

Ανεμώνη (Anemone coronaria) Εκτύπωση E-mail

Πολυετής πόα, ύψους έως 45 εκ., ανήκει στην οικογένεια των βατραχιδών (Ranunculaceae). Τα φύλλα στη βάση του βλαστού έχουν μακρύ μίσχο και έλασμα αποτελούμενο τρία τμήματα, με βαθείς λοβούς. Ο βλαστός φέρει μία ομάδα από 3-4 άμισχα φύλλα, που διαιρούνται σε λεπτούς λοβούς. Τα άνθη, που εμφανίζονται μεμονωμένα, είναι μεγάλα και εντυπωσιακά. Το περιάνθιο αποτελείται από 5-8 πεταλόμορφα μέρη με ελλειψοειδές σχήμα και ποικίλα χρώματα, ροζ, κόκκινο, πορφυρό, μωβ ή άσπρο. Οι στήμονες είναι πολυάριθμοι, με μπλε ανθήρες, ενώ στο κέντρο τα πολυάριθμα πυκνά και λεπτά καρπόφυλλα δημιουργούν έναν κώνο. Φυτρώνει σε θαμνώνες και λιβάδια των χαμηλών υψομέτρων. Είναι μεσογειακό φυτό, που απαντάται αρκετά συχνά στην Ελλάδα.Ένα είδος, ανθίζει μέσα στο καταχείμωνο, σε εποχή που τα άλλα αγριολούλουδα βρίσκονται ακόμη σε βαθιά χειμέρια νάρκη. Φυτρώνει σε ανοιχτά λιβάδια και ξέφωτα, εκτεθειμένη στους χειμωνιάτικους ανέμους. Γι' αυτό οι αρχαίοι πρόγονοι μας την ονόμασαν ανεμώνη. Το όνομα της διατηρήθηκε για περισσότερα από δυόμισι χιλιάδες χρόνια, μέχρι τις μέρες μας, όπως και τόσες άλλες αρχαίες λέξεις και ονομασίες. Τα άνθη της, με μια μοναδική ποικιλία χρωμάτων, ξεχωρίζουν για την ομορφιά και το μέγεθος τους. Είναι εκπληκτικό να τα βλέπεις στους πιο υποβαθμισμένους από την υπερβόσκηση και τις πυρκαγιές τόπους, ανάμεσα στις πέτρες, με ελάχιστο χώμα και φυσικά χωρίς καθόλου λίπασμα, να ορθώνονται αγέρωχα αψηφώντας το χιονιά. 

Φαρμακευτικές ιδιότητες: 

Περισσότερα

Το όνομα του λουλουδιού συνδέεται με τον αρχαίο ερωτικό μύθο του Άδωνι και της Αφροδίτης. Σύμφωνα με το μύθο ο Άδωνις βγήκε για κυνήγι στο δάσος. Εκεί ο θεός Άρης που ζήλευε τον Άδωνι, επειδή η Αφροδίτη τον παράτησε για τα μάτια του ωραίου νέου, μεταμορφώθηκε σε άγριο κάπρο, επιτέθηκε στον Άδωνι και τον σκότωσε. Απαρηγόρητη η Αφροδίτη πήρε στην αγκαλιά της το άψυχο σώμα του αγαπημένου της και όπως λέγεται ράντισε με νέκταρ την πληγή. Και από το μείγμα που έκαναν το νέκταρ με το αίμα ξεπήδησε ένα όμορφο λουλούδι. Μόνο που η ζωή αυτού του λουλουδιού κρατάει λίγο. Όταν ο άνεμος φυσάει κάνει τα μπουμπούκια του φυτού να ανθίσουν και ύστερα ένα άλλο ανεμοφύσημα παρασέρνει τα πέταλα μακριά. Έτσι το λουλούδι αυτό ονομάστηκε ανεμώνη ή ανεμολούλουδο επειδή ο άνεμος βοηθάει την ανθοφορία του αλλά και την παρακμή του.

 

 

Ασπάλαθος – Καλυκοτόμη η εριότριχος (Calycotome villosa) Εκτύπωση E-mail
 

 Ανήκει στην οικογένεια των Χεδροπών (Papilionaceae) και άλλες ονομασίες του είναι Σπαλάχτρι, Σπαλάθρι και Ασφάλαθος. Με την ονομασία «Ασπάλαθος» το φυτό αναφέρεται από το Διοσκουρίδη. Οι Αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι με τα ακανθωτά κλαδιά του Ασπάλαθου κτυπούσαν και τιμωρούσαν τους τυράννους στον Άδη. Είναι ακανθώδης θάμνος που μπορεί να έχει μεγάλη ανάπτυξη, ιδίως σε περιοχές με πλούσιο χώμα και κάτω από κατάλληλες συνθήκες. Ολόκληρο το φυτό καλύπτεται από αγκάθια, ανάμεσα στα οποία βγαίνουν τα κίτρινα πολυάριθμα άνθη του. Ανθίζει την Άνοιξη και -ανάλογα με το υψόμετρο- διατηρεί τα άνθη του μέχρι τον Μάιο. Όταν είναι ανθισμένο το φυτό στολίζει τις πλαγιές και προσφέρει μοναδικές στιγμές ομορφιάς, αλλά όταν ξεραθεί είναι επικίνδυνο λόγω των μυτερών αγκαθιών του.

Από αυτό το φυτό τα ζώα μπορούν να φάνε μόνο τις ανθισμένες κορφές, ενώ οι μέλισσες δεν μπορούν να τρυγήσουν τα άνθη του. Η ρίζα του είναι καλή τροφή για τα κατσίκια του βουνού, που σκάβουν το χώμα και την τρώνε τους καλοκαιρινούς μήνες όταν τα γυμνά βουνά είναι αφιλόξενα και ξερά.Ο Ασπάλαθος χρησιμοποιείται ως προσάναμμα για το άναμμα του φούρνου. Ιδίως οι ρίζες του κάνουν χοντρά κάρβουνα για το ψήσιμο των ψωμιών ή για τη διατήρηση της φωτιάς στο τζάκι, τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες. Οι κάτοικοι παλαιότερα έφτιαχναν «φραγμούς» τοποθετώντας θάμνους από σπαλάθρια στο πάνω μέρος των τοίχων από ξερολιθιά που χώριζαν τα χωράφια τους, εμποδίζοντας έτσι τα ζώα να μπουν στα καλλιεργημένα χωράφια.

 

 

Ασφάκα- Φλωμίς η θαμνώδης (Phlomis fruticosa) Εκτύπωση E-mail

Ανήκει στην οικογένεια των Χειλανθών (Labiatae) και απαντάται σε φρύγανα και βραχώδεις πλαγιές, συνήθως πάνω σε ασβεστολιθικό υπόθεμα, από χαμηλά έως μέσα υψόμετρα. Είναι είδος της Αν. Μεσογείου, αρκετά διαδεδομένο στην Ελλάδα. Καλύπτεται από γκριζωπό τρίχωμα και φθάνει σε ύψος μέχρι 1,5μ. Τα φύλλα του έχουν το σχήμα καρδιάς με χρώμα υπόλευκο κι είναι χνουδάτα και βελούδινα στην αφή. Τα κατώτερα είναι έμμισχα, ελλειψοειδή ή λογχοειδή, μήκους 3-9 εκ. και τα ανώτερα, συνήθως, άμισχα, λογχοειδή.Ανθίζει την Άνοιξη και τα άνθη του είναι κίτρινα, χαρακτηριστικό της οικογένειας των Χειλανθών, τα οποία διατηρούνται μέχρι τον Ιούνιο, ανάλογα με το υψόμετρο. Διατάσσονται ανά 14-36 σε σπονδύλους. Έχουν καμπανοειδή κάλυκα, ο οποίος διαιρείται σε πέντε οδόντες και σχετικά μεγάλη (2-3,5 εκ.), συμπέταλη, δίχειλη, εντυπωσιακή, κίτρινη στεφάνη.

Οι μελισσουργοί λένε ότι η ασφάκα και το σπαλάθρι, είναι τα μοναδικά φυτά από το οποίο η μέλισσα δεν μπορεί να πάρει τον πλούσιο χυμό των λουλουδιών τους.Ανάμεσα όμως στα κλαδιά για το φούρνο, η ασφάκα είναι ένα από τα πρώτα και παλαιότερα αποτελούσε καύσιμη ύλη, για τους κρύους μήνες του χειμώνα. Στην Ήπειρο κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 χρησιμοποιήθηκε η ασφάκα για την κατασκευή ενός είδους μπαρούτης.

 

 

 

 

 

 

   
Αχίλλεια - Αγριαψιθιά (Achillea mililocium) (crithmifolia) Εκτύπωση E-mail
 

Είναι πολυετής πόα με βλαστό απλό ή διακλαδισμένο στην κορυφή, όρθιο, ύψους 20-90 εκ. και ανήκει στην οικογένεια των Συνθέτων (Compositeae). Έχει φύλλα δις φτεροειδή, χνουδωτά, που αναπτύσσονται σε οδοντωτά, άνθη λευκά ή ωχρόλευκα, σε ακραία συμπαγή σκιαδόμορφους κορύμβους. Ανθίζει τον Ιούνιο με Οκτώβριο.

Φαρμακευτικές ιδιότητες:  Πίνοντας το τσάι του, τονώνουμε τον οργανισμό. Είναι διουρητικό και απαλύνει τους πόνους των ρευματισμών. Είναι ακόμη φυτό ενεργητικό στις γαστρικές παθήσεις. Σταγόνες κρύου τσαγιού στα αυτιά επουλώνουν τις διάφορες παθήσεις τους. Τονώνει τη λειτουργία των νεφρών και της καρδιάς. Τονώνει επίσης τα μαλλιά και με εντριβές στο κεφάλι μειώνει την τριχόπτωση. Συνιστάται και για την ακμή, τη βρογχίτιδα, τα κρυολογήματα και τον πυρετό, την υπέρταση, την λαρυγγίτιδα και την ψωρίαση. Ακόμη και για υγιή άτομα σαν διεγερτικό του πνεύματος. Σε σπάνιες περιπτώσεις οι υπερβολικές δόσεις μπορεί να προκαλέσουν ζάλη και ίλιγγο.

 

 

 

 

Αχινός (Echinops ritro) Εκτύπωση E-mail

Ανήκει στην οικογένεια των Συνθέτων (Compositeae) και είναι πολυετής πόα, ύψους έως 60 εκ. Τα φύλλα έχουν βαθιούς λοβούς με μακριά αγκάθια και καλύπτονται από αραχνοειδές τρίχωμα στην επάνω επιφάνεια, ενώ στην κάτω από πυκνό, κοντό, λευκό τρίχωμα. Τα σωληνόμορφα, μπλε ή λευκά ανθίδια διατάσσονται σε σφαιρικό κεφάλι, στην άκρη του βλαστού. Βρίσκεται σε φωτεινές, ξηρές θέσεις, κυρίως στα χαμηλά και μέσα υψόμετρα. Είναι ποικιλόμορφο ευρασιατικό είδος, κοινό σε όλη την Ελλάδα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αχλαδιά (Pyrus communis) Εκτύπωση E-mail
    Η αχλαδιά (Pyrus Communis) ξεκίνησε από τις βόρειες περιοχές του Ιράν και σήμερα καλλιεργείται σε σχεδόν όλο τον κόσμο. Το 50% όμως της παγκόσμιας παραγωγής προέρχεται από την Ευρώπη.Στην Ελλάδα καλλιεργούνται περίπου 40.000 στρέμματα (κυρίως στις περιοχές Μακεδονίας, Θεσσαλίας και Πελοποννήσου), που αντιπροσωπεύουν το 4% περίπου της ευρωπαϊκής παραγωγής.Ανάλογα με την ποικιλία, τα αχλάδια ωριμάζουν από τα τέλη του Ιουνίου μέχρι τον Νοέμβριο. Τα φθινοπωρινά και τα χειμερινά αχλάδια μπορούν να διατηρηθούν στα ψυγεία μέχρι και έξι μήνες.Υπάρχουν πολλές ποικιλίες. Από τις ελληνικές, οι σημαντικότερες είναι η κοντούλα που ωριμάζει τον Ιούλιο (αλλά δεν διατηρείται στα ψυγεία) και το κρυστάλλι, που αντιπροσωπεύει περίπου το 50% της εγχώριας παραγωγής και ωριμάζει στα τέλη Αυγούστου (μπορεί να διατηρηθεί στα ψυγεία για 4 - 6 μήνες περίπου). Από τις ξένες ποικιλίες που καλλιεργούνται στη χώρα μας οι σημαντικότερες είναι η Williams, η Coscia, η Highland, η Abate Fetel και η Passa Crassana (ωριμάζει Οκτώβριο).

 

pyrus_communis_cv_059

  Είναι δύσκολη καλλιέργεια με αρκετούς εχθρούς και ασθένειες, γι' αυτό και δέχεται αρκετούς ψεκασμούς με φυτοπροστατευτικά προϊόντα.Χορταστικό φρούτο το αχλάδι, είναι κατάλληλο για να μας κόβει την αίσθηση της πείνας κατά τη διάρκεια της ημέρας. Περιέχει μόνο 41 kcal (τα 100 γραμμάρια), είναι φτωχό σε βιταμίνες, αλλά περιέχει ικανοποιητικές ποσότητες σε κάλιο και οργανικά οξέα. Όταν το συντηρούμε στο ψυγείο μας -όπως και το μήλο- είναι καλύτερα να το βάζουμε σε ξεχωριστό χώρο από τα άλλα φρούτα και λαχανικά καθώς, λόγω του ότι εκλύει αιθυλένιο, επιταχύνει την ωρίμαση όλων των άλλων.

 

 

 

 

Βάλσαμο – βαλσαμόχορτο – σπαθόχορτο (Hypericum perforatum) Εκτύπωση E-mail
  Ανήκει στην οικογένεια των Γουτιφεριδών (Guttifereae) και είναι θάμνος ύψους έως 50 εκ., με όρθια ή έρποντα, γυαλιστερά και κοκκινοπράσινα κλαδιά. Τα φύλλα του είναι μικρά (3-12 χιλ.), γραμμοειδή με αναδιπλωμένες παρυφές, εκφύονται ανά τρεις σε σπονδύλους και φέρουν μαύρα στίγματα (αδένες). Τα άνθη διατάσσονται σε φόβη ή κύμα. Έχουν χωριστοπέταλη, κίτρινη, γυαλιστερή πενταμερή στεφάνη, η οποία μαζί με τους πολυάριθμους στήμονες πέφτει εύκολα. Βρίσκεται σε βραχώδεις θέσεις και θαμνώνες, τόσο σε χαμηλές όσο και σε ημιορεινές περιοχές. Η λέξη Perforatum προέρχεται από τα λατινικά, που μεταφράζουν το ελληνικό «διάτρητο». Τα φύλλα είναι φωτεινά κίτρινα-πορτοκαλί. Τα πέταλα, συνήθως κίτρινα. Όταν γυρίσουν προς το φως, αποκαλύπτουν ημιδιαφανείς στιγμές που δίνουν την εντύπωση πως είναι διάτρητες. Οι κουκίδες αυτές δεν είναι όμως τρύπες, αλλά έγχρωμα αιθέρια έλαια και ρητίνες. Αν τρίψει κανείς τις μαύρες αυτές κουκίδες που έχουν τα 5 πέταλα με τα δάχτυλά του, αυτά θα γίνουν κόκκινα. Για πολλούς φυτοθεραπευτές, αυτές οι μαύρες-κόκκινες κουκίδες περιέχουν μερικά από τα πιο πολύτιμα και αποτελεσματικά φυτικά συστατικά.
 hypericum-perforatum-190 Οι στήμονες του φυτού έχουν ιδιαίτερη μορφή, με στερεό κυλινδρικό στέλεχος, με δύο γραμμές που εξέχουν κατά μήκος. Αυτές οι γραμμές κάνουν τον στήμονα να μοιάζει επίπεδος, πράγμα εντελώς ασυνήθιστο στον κόσμο των φυτών. 
Φαρμακευτικές ιδιότητες: Επουλωτικό των πληγών, ήπιο αντικαταθλιπτικό, αντισηπτικό, στυπτικό, καταπραϋντικό, εμμηναγωγό, διουρητικό, αιμοστατικό, αποχρεμπτικό, αντισπασμωδικό, κατά της δυσεντερίας, της κιτρινάδας, των παθήσεων του συκωτιού, των ελκών, των σκωλήκων, των θρομβώσεων, των ελωδών πυρετών, της χρόνιας καταρροής.  Εξωτερικά χρησιμοποιείται σαν άριστο επουλωτικό σε πληγές και εγκαύματα πρώτου βαθμού. Το Hypericum σύμφωνα με ορισμένες υποθέσεις μπορεί να φανεί χρήσιμο στη θεραπεία του απλού έρπητα και στο σύνδρομο της χρόνιας κόπωσης. 

Περισσότερα

Το Hypericum περιέχει Παράγωγα του ανθρακένιου, υπερικίνη, ψευδο-υπερικίνη, φλαβονοειδή (16% στα φύλλα), ξανθόνες, άκυλ-φθορο-γλουκινόλες, υπερφορίνη, αιθέρια έλαια (0,13% σε ολόκληρο το φυτό), ολιγομερικές προκυανιδίνες, ταννίνες κατεχίνης, παράγωγα του καφεϊκού οξέος. Το βαλσαμόχορτο απασχόλησε τη θεραπευτική από την αρχαιότητα, ο Γαληνός και ο Διοσκουρίδης το αναφέρουν σαν διουρητικό, επουλωτικό, εμμηναγωγό, αιμοστατικό. Στη διάρκεια του μεσαίωνα αποδόθηκαν στο φυτό μαγικές ιδιότητες, ιδίως αν η συγκομιδή γινόταν στις 24 Ιουνίου, ημέρα εορτασμού του Α. Ιωάννη. Πώς και γιατί ονομάστηκε το φυτό βότανο του Αι Γιάννη, «St.-John's-wort» είναι άγνωστο. Πάντως σύμφωνα με τη σχετική «συζήτηση», στη Βίβλο αναφέρεται ότι ο Ιωάννης ο Πρόδρομος ζούσε στην έρημο τρεφόμενος με μέλι και ακρίδες. Επειδή στον ελληνικό κόσμο της εποχής η λέξη «άκρον» αφορούσε τις άκρες των φυτών, ορισμένοι θεώρησαν ότι ο Ι. ο Βαπτιστής τρεφόταν με βότανα, μεταξύ των οποίων το βαλσαμόχορτο. Σύμφωνα με άλλη ανάλογη «θεωρία» για την ονομασία του φυτού, οι μαύρες κουκίδες αντιστοιχούν στο αίμα του Αι Γιάννη και οι διαφανείς περιοχές των πετάλων, στα δάκρυα που χύθηκαν όταν αποκεφαλίστηκε. Στις ΗΠΑ, μετά από ένα πρόγραμμα του ABC News τον Ιούνιο του 1997, το Hypericum έγινε το πιο δημοφιλές φυτό, το εναλλακτικό «prozaκ», (Ladose), για την ήπια και μέτρια κατάθλιψη. Χρησιμοποιείται επίσης σαν αντισπασμωδικό και βελτιωτικό της ποιότητας του ύπνου σε αϋπνίες. Ήδη, το 1994 στη Γερμανία, συνταγογραφήθηκαν συνταγές για 20 εκατ. ασθενείς! Μόνο στην Μοντάνα των ΗΠΑ καλλιεργούνται σήμερα 500.000 στρέμματα φυτού.                          Αλλά η μεγάλη υπόσχεση του φυτού είναι η συμβολή του στη θεραπεία του AIDS! Πολλοί ασθενείς με AIDS δέχτηκαν ευεργετικά τη χρήση του φυτού, δήλωσαν πιο αισιόδοξοι, με περισσότερη ενέργεια και λιγότερη κούραση. Μελέτες δείχνουν μια αύξηση ή σταθεροποίηση των βοηθητικών Τ-κυττάρων για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά από καθημερινή λήψη, από το στόμα και ενδοφλεβίως, 1-2mg υπερικίνης. Δοσολογία: σε μορφή καψουλών, μια τυπική δοσολογία είναι 300mg 3 φορές ημερησίως για τιτλοδοτημένα προϊόντα σε 0,3% υπερικίνης. Σαν βάμμα (που περιέχει 0,2-0,3% υπερικίνη), μισό κουταλάκι του γλυκού σε λίγο νερό, να πίνεται αργά σε διάστημα 10-15 λεπτών.Προφυλάξεις: Το Hypericum μπορεί να επηρεάσει το ήπαρ προκαλώντας ευαισθησία στο φως. Σε ορισμένα δέρματα μπορεί να προκαλέσει αντίδραση φωτοευαισθησίας και φωτοδερματίτιδα, που εκδηλώνεται με δερματικούς ερεθισμούς, περιλαμβανομένου του στόματος, της μύτης και των αυτιών. Δεν πρέπει μετά τη χρήση του να ακολουθεί έκθεση στο φως. Τα σκουρόχρωμα δέρματα δεν προσβάλλονται. Σε πειραματόζωα επηρεάζει τη θερμορύθμιση. Πάντως, τα περιστατικά φωτοευαισθησίας και παρενεργειών που έχουν καταγραφεί είναι σπάνια και αφορούν ορισμένες περιπτώσεις πολύ υψηλών ημερήσιων δόσεων που χρησιμοποιούνται σε ασθενείς με AIDS.Το Hypericum μπορεί να επηρεάσει το μεταβολισμό ορισμένων ενζύμων, κατά συνέπεια χρειάζεται προσοχή όταν χορηγείται ταυτόχρονα με άλλα φάρμακα. Όσοι χρησιμοποιούν Hypericum θα πρέπει να το σταματήσουν, αν λαμβάνουν φαρμακευτικά σκευάσματα που περιέχουν τις εξής δραστικές ουσίες: ινδιναβίρη (crivixan), κυκλοσπορίνη (ciclosporin), θεοφυλλίνη (choledyl, theo-dur, uniphyllin, aberten), διγιτοξίνη (digoxin, lanoxin), panwarfin, και αντισυλληπτικά. Επίσης επειδή το Ηypericum επηρεάζει νευροδιαβιβαστές, μπορεί να αλληλεπιδρά με διάφορα ψυχότροπα φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων άλλων αντικαταθλιπτικών. Σε περίπτωση άλλων φαρμάκων πρέπει να ενημερώνεται ο θεράπων ιατρός.

 

 

Βασιλικός (Ocimum basilium)

 

 

Είναι φυτό ποώδες μονοετές καλλωπιστικό, πολύ δημοφιλές στην Ελλάδα που ανήκει στην οικογένεια των χειλανθών (Labiatae), με μυρωδάτα φύλλα ελλειπτικά και ωοειδή και άνθη άσπρα που σχηματίζουν στάχεις στις κορφές των βλαστών. Υπάρχουν δεκάδες ποικιλίες με διαφορές στο μέγεθος και στο χρώμα του φυλλώματος. Το φυτό το βρίσκουμε σε όλη την Ελλάδα σαν καλλιεργούμενο στους κήπους και στις γλάστρες των σπιτιών για την καλλωπιστική του αξία. Ανθίζει από την άνοιξη μέχρι το καλοκαίρι ανάλογα με την εποχή σποράς. Περιλαμβάνει πολλά είδη, αλλά στην Ελλάδα καλλιεργούνται ο βασιλικός ο πλατύφυλλος, ο κατσαρός, ο μεγαλόφυλλος και ο μελανόφυλλος.

Φυτό λαϊκό, ευδοκιμεί σε έδαφος πλούσιο σε οργανική ουσία. Δεν πρέπει να αφήνουμε να διψά, διαφορετικά ανθίζει πρόωρα και καταστρέφεται. Ο βασιλικός χρησιμοποιείται στην κηπουρική, την αρωματοποιία, την μαγειρική, την ζαχαροπλαστική και σαν θεραπευτικό υλικό.

 
Φαρμακευτικές ιδιότητες: Αν και οι περισσότεροι από μας γνωρίζουμε το βασιλικό ως καλλωπιστικό φυτό, είναι ένα από τα αρωματικά που χρησιμοποιούνται στο μαγείρεμα και έχει τέτοιες ιδιότητες που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για αφέψημα αλλά και για αιθέριο έλαιο με σημαντικές θεραπευτικές ιδιότητες. Οι πιο γνωστές είναι οι εξής: βελτιώνει την κυκλοφορία του αίματος, καταπραΰνει τους σπασμούς της κοιλιάς και τις νευρικές ημικρανίες, είναι ιδανικό για προβλήματα μνήμης. Είναι τονωτικό και διουρητικό και τέλος βελτιώνει τις ρυτίδες. Στην αρωματοθεραπεία το έλαιο που βγαίνει από τα φύλλα του χρησιμοποιείται για διεγερτικό μασάζ για την κατάθλιψη. Ο βασιλικός σε σκόνη για τη μύτη είναι κατά του κρυολογήματος και των πονοκεφάλων. Ευνοεί την παραγωγή γάλακτος στις μητέρες που θηλάζουν. Κατά της δυσκοιλιότητας μπορούμε να φάμε τα φύλλα του βασιλικού με λάδι, σαν σαλάτα. Συνιστάται για τσιμπήματα και κεντρίσματα. Τέλος, ως καλλυντικό χρησιμοποιείται στο μπάνιο για να χαλαρώνει το σώμα.  
   

Περισσότερα

Το όνομά του προέρχεται από τη λέξη "βασιλεύς" και φανερώνει την εκτίμηση που έτρεφαν για αυτόν οι αρχαίοι λαοί. Ο βασιλικός που κατάγεται από την Ινδία όπου ήταν ιερό φυτό αφιερωμένο στον Κρίσνα και τον Βισνού, θεωρείται από τους Ινδούς ιερός, και καλλιεργείται έξω από τους ναούς. Ωστόσο από την αρχαιότητα μεταφέρθηκε στην Ευρώπη όπου έγινε πολύ δημοφιλής στην λεκάνη της Μεσογείου. Στην Ελλάδα το έφερε ο Μέγας Αλέξανδρος, όταν από την εκστρατεία του στις Ινδίες μεταξύ των άλλων έφερε και το του βασιλέως φυτό. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν εκτιμούσαν το φυτό καθώς πίστευαν ότι οι σκορπιοί προτιμούσαν να φωλιάζουν κάτω από τις γλάστρες του και ότι η έντονη μυρωδιά του ήταν είδος κατάρας. Τον θεωρούσαν  λοιπόν σημάδι θανάτου. Αντίθετα οι Ρωμαίοι το θεωρούσαν ερωτικό φίλτρο, σημάδι αγάπης και φυλακτό. Οι Αιγύπτιοι τον χρησιμοποιούσαν μαζί με άλλα φυτά στις ταριχεύσεις και οι Γαλάτες το χρησιμοποιούσαν σε τελετές εξαγνισμού μαζί με νερό πηγής. Πιθανόν από εκεί να κρατάει τις ρίζες του και το χριστιανικό έθιμο του αγιασμού με τον βασιλικό.Στην Ελλάδα θεωρείται επίσης ιερό και κανένα δεν έχει αγαπηθεί τόσο πολύ από τον λαό, γιατί κατά την παράδοση φύτρωσε στο μέρος που είχε ταφεί ο Τίμιος Σταυρός, και με το άρωμά του οδήγησε την Αγία Ελένη στην ανακάλυψή του. Ο λαός τον ύμνησε με πολλά δημοτικά τραγούδια και παροιμίες. Μερικοί λαοί τον συνδέουν με το μίσος και την ατυχία, ενώ άλλοι τον θεωρούν σημείο αγάπης.Ο Ιπποκράτης έδινε τον βασιλικό ως φάρμακο εναντίον της δυσκοιλιότητας, ως αντιεμετικό και για την καρδιά. Ο Πλίνιος συνιστούσε αρωματισμένο με βασιλικό ξύδι για τις λιποθυμίες. Ο Διοσκουρίδης τον θεωρούσε μαλακτικό της κοιλιάς, διουρητικό, γαλακταγωγό αλλά και δύσπεπτο. Συνιστούσε το χυμό του για το θάμπωμα των ματιών και για την καταρροή. Ο ίδιος αναφέρει ότι έφτιαχναν ένα άρωμα από βασιλικό, το «ωκίμινον μύρον». Η λαϊκή ιατρική θεωρεί τον βασιλικό φυτό με σπασμολυτικές ιδιότητες, ηρεμιστικό και βοηθητικό των λειτουργιών του στομάχου.Στη λαϊκή μας παράδοση ο βασιλικός συμβολίζει την αγαπημένη γυναίκα, ίσως γιατί οι γυναίκες τον χρησιμοποιούσαν από παλιά ως καλλυντικό. Το άρωμα αυτό θεωρείται ιδιότητα εξαιρετικών υπάρξεων ενώ σε αρχαίες λατρείες συνδέεται με τη γονιμότητα και το πάθος. Τα αποξηραμένα φύλλα του έχουν ένα άρωμα που μοιάζει με του γλυκάνισου και έντονη γλυκά αρωματική ίσως και λίγο πικάντικη γεύση. Ο βασιλικός στη μαγειρική χρησιμοποιείται για τον αρωματισμό σαλτσών, κρεάτων και ψαριών καθώς και στις σούπες και τις σαλάτες. Συνδυάζεται ωραία με σκόρδο, δεντρολίβανο, φασκόμηλο και ωμό λάδι. Αναφέρεται ότι το συχνό μάσημα χλωρών φύλλων και η καθημερινή χρήση ροφημάτων Βασιλικού μπορεί να προκαλέσει λήθαργο. Μάλιστα ο Αναγνωστόπουλος σ' ένα βιβλίο του, τη "Λαϊκή Φαρμακολογία" αναφέρει ότι οι γίδες τρώνε όλα τα χορταρικά και τα φύλλα δέντρων εκτός από το Βασιλικό. Στην Ελλάδα υπάρχει πάντα μια γλάστρα Βασιλικού στις εξώπορτες των σπιτιών για να εξασφαλίσει καλή τύχη. Στην Ιταλία υπάρχει η παράδοση να βάζουν ένα γλαστράκι Βασιλικό στο μπαλκόνι ή στην εξώπορτα του σπιτιού, για να δηλώσει πως κάποια από τις κοπέλες του σπιτιού είναι έτοιμη για γάμο. Για τους Ινδουιστές ο Βασιλικός είναι το ιερό φυτό του Βισνού και αφήνεται ένα κλαράκι του μέσα στα ρούχα του νεκρού για να εξασφαλίσει την είσοδό του στον Κόσμο των Νεκρών.
   

 Βάτος – Βατομουριά (Rubus fructicosus)

       
Ανήκει στην οικογένεια των Ροδανθών (Rosaceae) και είναι αγκαθωτός θάμνος. Οι βλαστοί είναι πολύ πυκνοί και σχηματίζουν αδιαπέραστο πλέγμα. Τα φύλλα αποτελούνται από 3-5 οδοντωτά φυλλάρια, είναι εναλλασσόμενα και καλύπτονται από κοντό, μαλακό τρίχωμα. Η ταξιανθία διακλαδίζεται και είναι επιμήκης και στενή ή πυραμιδοειδής. Τα άνθη αποτελούνται από πέντε ρόδινα πέταλα και έχουν πολυάριθμους στήμονες. Δίνει καρπούς μικρούς, στρογγυλούς και κοκκινόμαυρους με γλυκόξινη γεύση, τα βατόμουρα. Βρίσκεται σε θαμνώνες, βραχώδεις πλαγιές, όχθες ποταμών ή χέρσες εκτάσεις, σε χαμηλά και μέσα υψόμετρα. Είναι ευρασιατικό φυτό, κοινό στην Ελλάδα. Στην περιοχή μας τη συναντάμε σχεδόν παντού και οι καρποί της αποτελούν εύγευστο φρούτο, αλλά χρειάζεται προσοχή στη μεγάλη κατανάλωση γιατί προκαλείται κοιλόπονος.    
       

 Φαρμακευτικές ιδιότητες: Είναι στυπτικό, αιμοστατικό, αντισκορβουτικό, ορεκτικό, τονωτικό, ευεργετικό για την καρδιά και αποτρεπτικό για τους πόνους της γέννας, διαιτητικό, κατά της αναιμίας, κατά της διάρροιας, κατά της στηθάγχης, κατά του πονόλαιμου, κατά της δυσεντερίας, κατά της δυσκοιλιότητας, κατά του διαβήτη, κατά της δυσπεψίας και των ασθενειών του στόματος.Συστατικά-ουσίες: Ταννίνες: γαλλο-ταννίνες, ελλαγικές ταννίνες, φλαβονοειδή, βιταμίνη C.Χαρακτηριστικά-ιστορία:  Απ’ τον Μεσαίωνα ακόμα χρησιμοποιούνταν σαν εξαίρετο ορεκτικό, δροσιστικό και για την κατασκευή μαρμελάδων . Στην φαρμακευτική χρησιμοποιούνταν για την κατασκευή σκευασμάτων για τα παιδιά.

 

 

 Βελανιδιά (Quercus)

 

Δέντρο της οικογένειας των Κυπελλοφόρων (Fagaceae). Η βασίλισσα των δασών. Εμφανίζεται σε πολλά είδη. Μερικές είναι φυλλοβόλες και άλλες αειθαλείς.

Φαρμακευτικές ιδιότητες: Οι βελανιδιές είναι πλούσιες σε τανίνη και έχουν την ιδιότητα να σταματούν το αίμα και να σφίγγουν τους χαλαρωμένους από τραυματισμούς ή μολύνσεις ιστούς. Ακόμη χρησιμοποιούνται σε αιμορραγίες, αιμορροΐδες, ακράτεια ούρων, κιρσούς, εκζέματα, ουλίτιδα.

 

Βερονίκη (Veronica persica)

 

Ανήκει στην οικογένεια των Σκροφουλαριδών (Scrophulariaceae) και είναι ετήσια πόα, με κατακείμενους βλαστούς μήκους 10 έως 60 εκ. Τα φύλλα είναι πλατιά ωοειδή, μήκους 0,5-2,5 εκ., τα ανώτερα εναλλασσόμενα, τα κατώτερα αντίθετα. Τα άνθη είναι έμμισχα και εκφύονται μεμονωμένα από τις μασχάλες των φύλλων. Ο κάλυκας αποτελείται από τέσσερα μέρη μήκους 6-7 χιλ. Η μπλε, συμπέταλη στεφάνη, διαιρείται σε τέσσερους άνισους λοβούς και έχει διάμετρο έως 1,2 εκ. Ο καρπός (κάψα) είναι τριχωτός, με σχήμα καρδιάς.Απαντάται σε καλλιέργειες, σε χαμηλά υψόμετρα. Είναι εισαχθέν, ασιατικό είδος, το οποίο έχει εγκλιματισθεί και αυτοφύεται σχεδόν σε όλη την Ευρώπη.

 

Γαϊδουράγκαθο (Silybum marianum)

Ανήκει στην οικογένεια των Συνθέτων (Compositeae) και είναι διετής αγκαθωτή πόα, ύψους έως 1,5 μ. Έχει φύλλα εναλλασσόμενα, με παρυφές οδοντωτές, ανοιχτοπράσινα, με άσπρα νεύρα. Τα κατώτερα είναι έμμισχα, έλλοβα, μήκους έως 50 εκ., ενώ τα ανώτερα είναι άμισχα και μικρότερα σε μέγεθος. Τα κεφάλια είναι μεγάλα, διαμέτρου 4-8 εκ. Περιβάλλονται από πολυάριθμα βράκτια, ωοειδή, με αγκαθωτές παρυφές, που καταλήγουν σε μακρύ, βελονοειδές εξάρτημα. Τα σωληνοειδή ανθίδια είναι κόκκινα - ιώδη. Απαντάται σε φρύγανα και σε άγονα ή καλλιεργούμενα εδάφη, είναι είδος κοινό στην Ελλάδα.

Φαρμακευτικές ιδιότητες: Εφιδρωτικό, χολαγωγό, διουρητικό, τονωτικό, ευεργετικό στο καρδιαγγειακό σύστημα και στη λειτουργία του ήπατος, κατά της αιμόπτυσης, κατά των κολικών, κατά της δυσεντερίας, κατά της υπότασης.

Συστατικά-ουσίες:  Αιθέρια έλαια, πικρές ουσίες, ισταμίνη, τυραμίνη, σιλυμαρίνη.

Περισσότερα

Οι σπόροι του Σίλυβου περιέχουν ένα μίγμα φλαβονοεϊδών, τη σιλυμαρίνη, που σε μικρότερες ποσότητες υπάρχει στους βλαστούς και τα φύλλα. Το φυτό χρησιμοποιήθηκε επί χρόνια σαν βοηθητικό της παραγωγής γάλακτος σε νεαρές μητέρες και σαν χολαγωγό-χολαιρετικό. Σήμερα χρησιμοποιείται ως ηπατοπροστατευτικό και μάλιστα, αποτελεί το μοναδικό φάρμακο εκλογής για πολλές περιπτώσεις. Όπως είναι γνωστό, ηπατικά προβλήματα μπορούν να προκληθούν από τη δράση των ελευθέρων ριζών, δηλαδή τοξικών παραγόντων με υψηλή μοριακή δραστικότητα, που καταστρέφουν άλλα μόρια ή και τα ίδια τα κύτταρα. Το σίλυβο προλαμβάνει αυτή τη δράση λειτουργώντας σα αντιοξειδωτικό, 10 φορές πιο ισχυρό από την βιταμίνη Ε, που έχει την ίδια ιδιότητα.Αλλά επιπλέον, το σίλυβο αυξάνει τη συγκέντρωση της γλουταθειόνης (GSH) στο ήπαρ, που είναι υπεύθυνη για την αποδόμηση και αποτοξίνωση μοριακών αλυσίδων ορμονών, φαρμάκων και χημικών ουσιών, πράγμα που σημαίνει ότι βελτιώνει την αποτοξινωτική ικανότητα του ήπατος.
 Μια άλλη επικίνδυνη για το ήπαρ ομάδα ενώσεων είναι τα λευκοτριένια, που παράγονται με μεταφορά οξυγόνου σε πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, παρουσία ενός ενζύμου, της λιποξυγενάσης. Το σίλυβο φαίνεται ότι αναστέλλει τη δράση αυτού του ενζύμου και εμποδίζει έτσι την παραγωγή και τη δράση των λευκοτριένιων. Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα επίδραση του σίλυβου είναι η ικανότητά του να ευνοεί την πρωτεϊνοσύνθεση και την παραγωγή νέων ηπατικών κυττάρων, σε αντικατάσταση των κατεστραμμένων. Έτσι, λειτουργεί σαν αντίδοτο απέναντι σε τοξικούς παράγοντες, που είτε υπάρχουν στο φυσικό περιβάλλον, είτε παράγονται από μεταβολικές διαδικασίες. Χαρακτηριστικές είναι οι μελέτες για δηλητηριάσεις από τοξικά μανιτάρια του γένους Amanita, όπου σε συνάρτηση με το χρόνο λήψης του, εξουδετέρωσε πλήρως τις επιπτώσεις.

Έτσι, το φυτό χρησιμοποιείται σε ηπατικές βλάβες από χημικούς παράγοντες (και από οινόπνευμα), σε χρόνιες ηπατίτιδες, ιογενείς ηπατίτιδες, δηλητηριάσεις, ίκτερο, κίρρωση του ήπατος. Εξακολουθεί να χρησιμοποιείται και για την αύξηση παραγωγής γάλακτος κατά τη γαλουχία, αλλά και στη ψωρίαση. Η συσχέτιση ψωρίασης - ηπατικής λειτουργίας, εκδηλώνεται στη διαδικασία διήθησης του αίματος και ίσως διακαιολογείται από την διαπίστωση υψηλών συγκεντρώσεων ενδοτοξινών και λευκοτριένιων στη ψωρίαση.Η συνήθης δοσολογία λήψης του φυτού είναι 70-210 mg εκχυλίσματος, τρεις φορές ημερησίως. Καλύτερα είναι να χρησιμοποιούνται σταθεροποιημένα εκχυλίσματα του φυτού.

Το Silybum marianum, δεν παρουσιάζει τοξικότητα. Σε υψηλές και μακροχρόνιες δόσεις ίσως χρειαστεί συμπληρωματικά κάποιο σκεύασμα πλούσιο σε φυτικές ίνες, γιατί λόγω της χολαιρετικής δράσης του φυτού, μπορεί να ερεθιστεί ο εντερικός βλεννογόνος και να προκληθεί μικρή μάζα κοπράνων.

Σε λατινικό χειρόγραφο του "Περί Ύλης Ιατρικής" 13ος αι. (Οξφόρδη) ο Διοσκουρίδης συνιστά το μέγα κενταύριον κν. γαϊδουράγκαθο για την επούλωση των πληγών. Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Κένταυρος Χείρων κρατάει το μέγα κενταύριον στο χέρι ή αλλιώς χειρωνιά ή αλλιώς αίμα του Ηρακλέους, με το οποίο θεράπευσε την πληγή του, που του προκάλεσε ο Ηρακλής. 

 

Γαλατσίδα - Δενδρογαλατσίδα (Euphorbia dendroides)

Ανήκει στην οικογένεια των Ευφορμπιδών (Euphorbiaceae) και είναι θάμνος ύψους έως 2 μ. Οι βλαστοί και τα φύλλα όταν κοπούν εκκρίνουν γαλακτώδη χυμό, ο οποίος είναι δηλητηριώδης. Τα κοπανισμένα φύλλα και τις ρίζες του τα χρησιμοποιούσαν παλιά ως μέσο ψαρικής, γιατί είχαν την ιδιότητα να ζαλίζουν τα ψάρια. Τα φύλλα έχουν μήκος 2-6 εκ. και είναι εναλλασσόμενα, γραμμοειδή ή ελλειψοειδή - λογχοειδή, με πολύ μικρή ακίδα στην άκρη. Τα άνθη είναι μικροσκοπικά και σχηματίζουν ομάδες, οι οποίες περιβάλλονται από ρομβοειδή ή νεφροειδή βράκτια. Οι ομάδες διατάσσονται σε σκιάδια, συνήθως με πέντε ακτίνες. Είναι μεσογειακό φυτό και βρίσκεται σε ξηρές, φωτεινές θέσεις συνήθως σε χαμηλά υψόμετρα.

Φαρμακευτικές ιδιότητες:  Ο γαλακτώδης χυμός του είναι καυστικός και δηλητηριώδης.

 

Γκορτσιά (Pyrus spinosa)

Ανήκει στην οικογένεια των Ροδανθών (Rosaceae). Απαντάται σε ξέφωτα δασών, περιθώρια χωραφιών και δίπλα σε δρόμους . Η γκορτσιά είναι ένα παμπάλαιο ελληνικό δέντρο που συχνά εμβολιάζεται ακόμα και σήμερα. 

Φαρμακευτικές ιδιότητες: Αιμοστατικό, κατά της δυσπεψίας, κατά της διάρροιας, ψυκτικό, αντισπασμωδικό, ευεργετικό στις παθήσεις του αναπνευστικού συστήματος και στην οδυνηρή δυσμηνόρροια.Συστατικά-ουσίες: Οξέα φρούτων: μαλικό οξύ, κιτρικό οξύ, κουϊνικό οξύ, κυανογενικά γλυκοσίδια (αμυγδαλίνη), αρωματικές ουσίες, παράγωγα του καφφεϊκού οξέος και κυρίως 5-κοφφεοϋλ-κουϊνικό οξύ, πηκτίνη.

 

Δαμασκηνιά (Prunus domestica)

Δένδρο φυλλοβόλο, ανήκει στην οικογένεια των Ροδανθών (Rosaceae). Το δέντρο φτάνει σε ύψος τα 12 μέτρα ,έχει πλούσιο ριζικό σύστημα αλλά επιπόλαιο όπως οι κορομηλιές. Οι ανθοφόροι οφθαλμοί του φέρουν 2-3 άνθη.

Φαρμακευτικές ιδιότητες:

 Η δαμασκηνιά καλλιεργείται για τους καρπούς της, που τρώγονται νωποί ή αποξηραμένοι. Σα ξηρά δαμάσκηνα προσφέρουν βιταμίνες και μέταλλα που είναι ζωτικής σημασίας για την υγεία και τον μεταβολισμό. Αποτελούν πλούσια πηγή αντιοξειδωτικών βιταμινών όπως η βιταμίνη Α που βοηθά στην όραση και στην υγεία του δέρματος και η βιταμίνη C που είναι απαραίτητη για την ανάπλαση των ιστών. Περιέχουν, επίσης, σημαντικές ποσότητες μετάλλων και ιχνοστοιχείων δηλαδή σίδηρο, χαλκό, κάλιο και σελήνιο.

 

Δάφνη (Laurus nobilis)

Αειθαλές δένδρο ή δενδρύλλιο, ανήκει στην οικογένεια των Lauraceae
και είναι αυτοφυές στη Μεσόγειο. Τα φύλλα είναι δερματώδη, σκουροπράσινα, έχουν σχήμα λογχοειδές με ιδιαίτερο έντονο άρωμα. που γίνεται πιο έντονο όταν ξεραθούν. Τα άνθη είναι μικρά και λαμπερά κίτρινα και βγαίνουν στις μασχάλες των φύλλων σε ομάδες ανά 4-6 και είναι εύοσμα. Ο καρπός ωοειδής, κυανόμαυρος,μοιάζει σε μέγεθος με τον καρπό της αγριελιάς. Η περίοδος της ανθοφορίας είναι το Μάρτιο και τον Απρίλιο.

Φαρμακευτικές ιδιότητες: Κατά των ρευματισμών, της δυσπεψίας, της ρινορραγίας, παρασιτοκτόνο, αντισηπτικό, εφιδρωτικό, τονωτικό, καταπραϋντικό.Συστατικά-ουσίες: Αιθέρια έλαια: 1,8-κινεόλη, άλφα- και βήτα-πινένιο, σεσκιτερπενικές λακτόνες: κοστουνολίδη, ερμανθίνη, λαουρενβιολίδη, αλκαλοειδή: ρετικουλίνη, λιπαρά οξέα: λαουρικό, παλμιτικό, ελαιϊκό οξύ, ταννίνη.

Περισσότερα

Στη δάφνη αποδίδονται φαρμακευτικές ιδιότητες από τα προϊστορικά χρόνια. Ο Ιπποκράτης τη χορηγούσε ως αναλγητικό μετά τον τοκετό και σε διάφορα γυναικολογικά προβλήματα. Με δαφνέλαιο θεράπευε τη στειρότητα. Ο Διοσκουρίδης συνιστούσε το αφέψημα της σε παθήσεις της κύστης και της μήτρας, τους λιωμένους καρπούς της στο άσθμά και στη φυματίωση και το χυμό τους σε περιπτώσεις βαρηκοΐας και κόπωσης. Στη λαϊκή θεραπευτική θεωρείται ως αντιρρευματικό, εναντίον της παραμορφωτικής αρθρίτιδας και ως βοηθητικό της πέψης. Με μηχανική συμπίεση των καρπών παίρνουμε το δαφνέλαιο και από την απόσταξη των φύλλων αιθέριο έλαιο. Από το Άγιο Όρος εξάγεται άριστης ποιότητας δαφνέλαιων με βρασμό των καρπών.

 Το εκχύλισμα της δάφνης καταπολεμά τα φουσκώματα, ανοίγει την όρεξη και τονώνει τα τεμπέλικα στομάχια. Αντισηπτική, είναι πολύτιμη για το συνάχι και τη βρογχίτιδα. Το δαφνέλαιο είναι κατάλληλο για τους ρευματισμούς. Χαρακτηριστικά-ιστορία:   Δάφνη ήταν το όνομα μιας νύμφης, κόρης του θεού-ποταμού Λάδωνα, που είχε ερωτευθεί ο Απόλλωνας. Ήταν μια όμορφη, αλλά άγρια κοπέλα, που όταν την επιθύμησε ο θεός, κατέφυγε στη μητέρα της Γη, η οποία τη μεταμόρφωσε στο ομώνυμο δέντρο. Από τότε η δάφνη είναι αφιερωμένη στο θεό Απόλλωνα, στον οποίο χρησίμευε και σαν μέσον καθαρμού χάρη στην αρωματική ιδιότητά της. Ο μύθος αναφέρει ότι όταν ο Απόλλωνας σκότωσε το δράκο Πύθωνα, πλύθηκε στα νερά του ποταμού, εκεί που ακόμα και σήμερα φυτρώνουν δάφνες και μπήκε σαν καθαρός νικητής στους Δελφούς, με ένα στεφάνι από φύλλα δάφνης. Από τότε το φυτό αυτό είναι σύμβολο νίκης, δόξας και τιμής. Επίσης, σύμφωνα με τον Παυσανία, ο παλιός ναός του Απόλλωνα ήταν φτιαγμένος από κλαριά δάφνης.   Η δάφνη παραμένει για καιρούς σύμβολο σοφίας και ισχύος. Από τα παλιά κλαδιά έφτιαχναν στεφάνια για να δοξάσουν τους ήρωες. Με βάγια υποδέχτηκαν τον Χριστό στα Ιεροσόλυμα. Αργότερα πίστευαν ότι προστάτευε τον κόσμο από τον διάβολο. Όταν ξηραινόταν κάποιο δέντρο Δάφνης, πίστευαν ότι θα έρθει κάποιο κακό! Το χρησιμοποιούσαν επίσης για να τονώσουν τα μαλλιά αλλά και να σκουραίνουν το χρώμα τους (και των βλεφαρίδων) βράζοντας μαζί φύλλα δάφνης και καρυδιάς.

Σε πολλά χωριά χρησιμοποιούν το χυλό των φύλλων μαζί με ρεβυθάλευρο για το ζύμωμα του εφτάζυμου ψωμιού. Χρησιμοποιείται σαν αρωματικό στο βερμούτ, σε παγωτά, γλυκά, στην αρτοποιία, σε σούπες, ζυμαρικά και κονσέρβες κρέατος.  Οι Βεδουίνοι αρωματίζουν τον καφέ τους με τα φύλλα δάφνης. Χρησιμοποιούνται τα φύλλα της δάφνης και οι καρποί (χωρίς τα κουκούτσια τα οποία θεωρούνται τοξικά). Το αιθέριο έλαιο που περιέχουν οι καρποί βρίσκει πολλές εφαρμογές στη θεραπευτική. Από λαϊκούς θεραπευτές χρησιμοποιείται η σκόνη των δαφνόφυλλων τοπικά για το σταμάτημα της αιμορραγίας από τη μύτη. Οι γυναίκες στην Κρήτη παρασκευάζουν ένα λάδι, από δαφνοκούκουτσα και αγουρόλαδο, το οποίο χρησιμοποιείται για εντριβή των ριζών των τριχών του κεφαλιού για να αποκτήσουν γερά μαύρα μαλλιά. Αυτή είναι και η μόνη ακίνδυνη χρήση των δαφνοκούκουτσων, τα οποία μαζί με τον καρπό χρησιμοποιήθηκαν παλαιότερα σαν εκτρωτικό. Στη μαγειρική η δάφνη πρέπει να χρησιμοποιείται σε μικρή ποσότητα (1-2 φύλλα) γιατί έχει πολύ δυνατή γεύση και κάπως πικρή. Επίσης καλό είναι να μπαίνει προς το τέλος τού μαγειρέματος για να αφήσει μεν το άρωμά της αλλά όχι την πικρίλα.

 

 Δενδρολίβανο (Rosmarinus officinalis)

 Είναι αειθαλής θάμνος της οικογένειας των Χειλανθών (Labiateae) με πολλούς κλάδους και πυκνά μικρά γραμμοειδή φύλλα, πράσινα πάνω και λευκά από κάτω. Προτιμά τα ξηρά και χέρσα εδάφη και έχει πολύ χαρακτηριστική μυρωδιά (μυρωδιά καμφοράς). Τα άνθη του είναι κυανόλευκα. Είναι αυτοφυές φυτό που συναντάται σε όλη σχεδόν την Ελλάδα σε πετρώδεις περιοχές και ανθίζει το καλοκαίρι. Πολλαπλασιάζεται με βλαστούς που αφήνονται να βγάλουν ρίζες ή αναπτύσσονται από σπόρους (που συχνά βλαστάνουν). Καλλιεργείται για εμπορικούς σκοπούς στην νότια Ευρώπη.

  Φαρμακευτικές ιδιότητες: Το δεντρολίβανο θεωρείται τονωτικό και βοηθητικό της σεξουαλικής λειτουργίας. Τονώνει τη λειτουργία του ήπατος, βοηθά στη μείωση της χοληστερίνης και αναζωογονεί τον κουρασμένο οργανισμό. Σαν προσθετικό σε διάφορα παρασκευάσματα ανακουφίζει τον πονόδοντο. Κατά της τριχόπτωση και της  πιτυρίδας. Ανακατεμένα τα άνθη του με κρασί δίνουν ένα καλό καρδιοτονωτικό και ενισχύουν την όραση. Γενικά χρησιμοποιείται κατά της αϋπνίας, της λιποθυμίας και των ζαλάδων. Θεωρείται ότι καθαρίζει το αίμα και είναι ευεργετικό στα προβλήματα αναπνοής και του άσθματος.

Είναι επίσης στομαχικό, τονωτικό, αντισηπτικό και αντιρρευματικό. Με πλύσεις ή μπάνια είναι ευεργετικό του δέρματος, βοηθά στην ανάπτυξη των μαλλιών και καταπολεμά τον διαβήτη. Το έγχυμα χρησιμοποιείται για πλύσιμο προσβλημένων πληγών.

Περισσότερα

Το δεντρολίβανο το εκτιμούσαν ιδιαίτερα στην αρχαιότητα για τις θεραπευτικές του ιδιότητες. Στην αρχαία Ελλάδα το θεωρούσαν δώρο της θεάς Αφροδίτης στους ανθρώπους και το χρησιμοποιούσαν στις θυσίες ζώων- το έκαιγαν στους βωμούς. Διακοσμούσαν με αυτό τα αγάλματα των θεών και οι μαθητές όταν μελετούσαν το χρησιμοποιούσαν σα στεφάνι, χάρη στην ιδιότητά του να τονώνει τη μνήμη. Οι νεαροί σπουδαστές συνήθιζαν να φορούν γιρλάντες από δεντρολίβανο στον λαιμό ή να πλέκουν κλαδιά στα μαλλιά τους όταν είχαν εξετάσεις για να διεγείρουν τη μνήμη τους. Στις τελετουργίες των αρχαίων λαών συμβόλιζε το γάμο, την αγάπη και το θάνατο, γι’ αυτό κι όταν παντρεύονταν τα νέα κορίτσια, στόλιζαν το κεφάλι τους με στεφάνι δεντρολίβανου. Αργότερα, κατά το μεσαίωνα, χρησιμοποιήθηκε και σε καλλυντικά σκευάσματα. Στην ιστορία αναφέρεται ένα ελιξίριο το οποίο κατασκευαζόταν κατόπιν απόσταξης δεντρολίβανου, κέδρου και τερεβινθίνης που μεταμόρφωσε μία παράλυτη 70χρονη πριγκίπισσα σε μια ελκυστική νεαρή κοπέλα τη οποία ζήτησε σε γάμο ο βασιλιάς τής Πολωνίας το 1370. Το ελιξίριο αυτό ονομάστηκε "Το νερό τής βασίλισσας τής Ουγγαρίας".

Οι Ρωμαίοι κρατούσαν πάντα ένα κλαράκι Δεντρολίβανου κατά την διάρκεια τελετών και θρησκευτικών εορτών, μιας και θεωρείτο πως εξασφαλίζει ευτυχισμένη ζωή και ειρήνη μετά θάνατο. Για τον Χριστιανισμό είναι ιερό φυτό και χρησιμοποιείται για τους αγιασμούς. Μια πανάρχαια θεραπευτική συνταγή ενάντια στην δυσπεψία είναι η εξής: ένα κλαδί Δεντρολίβανο σε 1 λίτρο κρασί, αφήνεται για μερικές ώρες και χορηγείται σε μικρές δόσεις. Στη μαγειρική χρησιμοποιούνται τα αποξηραμένα φύλλα και άνθη του. Νοστιμίζουν το αρνί, το ψάρι, το βοδινό, το κουνέλι, το κοτόπουλο, τις τηγανητές ή ψητές πατάτες, τα λαχανικά, το ρύζι και διάφορα αλλαντικά. Στην οινοποιία αρωματίζει μερικά βερμούτ και άλλα αρωματικά κρασιά.

 

Δυόσμος – Μέντα η πράσινη (Mentha viridis)

 

   

Φυτό ποώδες βαθυπράσινο, της οικογένειας των Χειλανθών (Labiateae), είναι πολυετές, όμοιο με τη μέντα, με τις εξής διαφορές (εκτός της ιδιάζουσας οσμής)  μεταξύ τους:

  • Ο βλαστός στο Δυόσμο είναι πράσινος σε αντίθεση με αυτό της Μέντας που είναι ιώδης. 
  • Το ανάγλυφο των νεύρων στα φύλλα του Δυόσμου είναι εντονότερο από εκείνο στη Μέντα.
  • Τα άνθη στο Δυόσμο είναι μικρά ρόδινα ή μωβ ανοιχτό, ενώ στην κοινή Μέντα είναι λευκά ή ιώδη και ευωδιαστά. 
  • Ο Δυόσμος ενδείκνυται για φαγητά, ενώ η Μέντα χρησιμοποιείται σε γλυκά, σιρόπια, σοκολάτες, καραμέλες κ.ά. 

    Ο Δυόσμος , είδος πασίγνωστο στην Ελλάδα, απαντάται αυτοφυής σε υγρούς, ορεινούς τόπους, αλλά και καλλιεργείται , σε κήπους ή γλάστρες. Στη χώρα μας έχουμε 13 είδη και 9 παραλλαγές.  Όταν το πιάσουμε βγάζει ωραίο ευχάριστο άρωμα. Υπάρχει παντού σαν καλλιεργούμενο και μαζεύεται όλο το χρόνο. Μπορούμε να τον έχουμε πάντα φρέσκο σε μια γλάστρα ή να τον αποξηράνουμε και να τον φυλάξουμε σε ένα βάζο.

Φαρμακευτικές ιδιότητες: Είναι τονωτικό, χωνευτικό, καταπραϋντικό του στομάχου, αντισπασμωδικό, εναντίον του λόξιγκα, βοηθά στις ημικρανίες και στον πονόδοντο, αν μασήσουμε τα φύλλα. Μερικές σταγόνες επίσης σε χλιαρό νερό γίνονται γαργάρα σε περιπτώσεις αμυγδαλίτιδας, ουλίτιδας και φλεγμονών του ρινοφάρυγγα. Τα φρέσκα φύλλα προσφέρουν ανακούφιση, αν τα τρίψουμε στις κλειδώσεις που πονάνε, καθώς και στο μέτωπο σε περιπτώσεις πονοκεφάλου. Σε αποστήματα βάζουμε σκόνη από τριμμένα φύλλα. δύο με τρεις σταγόνες αιθέριου ελαίου ανακουφίζουν με εντριβή τους πόνους των ρευματισμών. Μερικές σταγόνες επίσης σε χλιαρό νερό γίνονται γαργάρα σε περιπτώσεις αμυγδαλίτιδας, ουλίτιδας και φλεγμονών του ρινοφάρυγγα.Ο δυόσμος χρησιμοποιείται επίσης στη σαπωνοποιία, τη μυροποιία, τη ζαχαροπλαστική κ.λπ.

Περισσότερα

Στην αρχαιότητα τον χρησιμοποιούσαν στην κατασκευή μύρου αλλά και για φαρμακευτικούς σκοπούς. Ο Διοσκουρίδης, ο Ιπποκράτης και ο Πλίνιος το ανέφεραν συχνά ως φυτό με μεγάλη φαρμακευτική αξία και ωραιότατο άρωμα. Οι αρχαίοι Ελληνες έτριβαν το τραπέζι τους με δυόσμο, πριν καθίσουν να φάνε.Στην αρχαιότητα ήταν φάρμακο εναντίον της χολέρας αλλά και αντιεμετικό. Ο Διοσκουρίδης τον συνιστούσε ως κατάπλασμα για πονοκεφάλους. Ο χυμός του θεράπευε πόνους των αυτιών. Στον δυόσμο αποδίδονται πολλές ευεργετικές ιδιότητες, όπως καταπολέμηση των πόνων του στομάχου, της ναυτίας, του λόξυγκα και υποβοήθηση στην πέψη. Επίσης προσφέρει πολλά κατά της νευρώσεων και τις διάφορες εκδηλώσεις της: αϋπνίες, σπασμοί, τρεμούλες, ημικρανίες, ταχυπαλμίες.

 

Ευκάλυπτος (Eucalyptus)

 

 

 

 

Δένδρο με πολλά είδη, ανήκει στην οικογένεια των Μυρτοειδών (Myrtaceae). Καλλωπιστικά δέντρα, μεγάλων διαστάσεων, καταγόμενα από την Αυστραλία που ήρθαν στην Ευρώπη στις αρχές του 19ου αιώνα. Τα δέντρα είναι ψηλά και μπορούν να φτάσουν σε ύψος και τα 90 μέτρα και η περιφέρεια του κορμού τα 8 μέτρα.

Τα άνθη του είναι λευκά, αρωματισμένα. Τα φύλλα του είναι μακριά, δερματώδη και κρέμονται από το δέντρο. Τα φύλλα των καινούριων κλαδιών είναι πράσινα ωχρά και των παλιών κλαδιών γκριζο-πράσινα. Ο καρπός είναι κάψα που περιβάλλεται από μία θήκη και περιέχει πολλά μικρά σπόρια ενώ τα άνθη όταν ανοίγουν ενώνονται μεταξύ τους σχηματίζοντας ένα μικρό δοχείο.

Τα φύλλα πολλών ειδών περιέχουν ένα έλαιο γνωστό και σαν ευκαλυπτέλαιο που χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική σε διάφορα σπρέι κατά της ρινικής καταρροής.Από τον κορμό κάποιων άλλων ειδών λαμβάνεται η ρητίνη, χρήσιμη στη βυρσοδεψία και στη φαρμακευτική.

Ο φλοιός του ευκαλύπτου έχει χρήσεις στη βυρσοδεψία, ενώ το ξύλο του, επειδή έχει την ιδιότητα να είναι σκληρό και στερεό, έχει χρήσεις στη ναυπηγική σε βαριές και ελαφριές κατασκευές, στην κατασκευή αποβάθρων, στη γεφυροποιία, σε τηλεγραφικούς στύλους και σε οικοδομές. Στην Αυστραλία χρησιμοποιείται σαν καύσιμο.

Επίσης χρησιμοποιείται πολύ σε αναδασώσεις γιατί αναπτύσσεται πολύ γρήγορα ενώ παράλληλα δεν είναι ευαίσθητος στις διάφορες ασθένειες.

Έχει ξερό φλοιό που μαδάει βγάζοντας μακριές ταινίες αφήνοντας τον κορμό λείο και το χρώμα του σταχτί-λευκό. Μερικοί τον φυτεύουν στον κήπο του σπιτιού τους αφού εκτός της σκιάς και της δροσιάς που παρέχει έχει τη δυνατότητα να απομακρύνει και τα κουνούπια.

Φαρμακευτικές ιδιότητες: Χρησιμοποιούνται για την παρασκευή αφεψήματος με αντιπυρετικές ιδιότητες αλλά και για αρωματικά λουτρά. Η χρήση του, είτε ως αφεψήματος, είτε ως αιθέριου ελαίου, είναι κυρίως αντισηπτική, μικροβιοκτόνα, απολυμαντική και βοηθητική για το αναπνευστικό σύστημα.

 

Ζωχός (Sonchus sp)

Ανήκει στην οικογένεια των Συνθέτων (Compositeae). Είναι ετήσιο, ποώδες φυτό, που φτάνει από 20-50 εκατ. ύψος. Η ρίζα του είναι βαθιά, απλή ή διακλαδισμένη. Η ρίζα, οι βλαστοί και τα φύλλα του περιέχουν γαλακτώδη χυμό. Από την κορυφή της ρίζας βγαίνουν τα φύλλα του σε ρόδακα. Το σχήμα τους δεν είναι απόλυτα ίδιο, πάντως γενικά είναι επιμήκη, οδοντωτά, με λοβούς, μεγάλο, κόκκινο μίσχο και παχύ, κόκκινο κεντρικό νεύρο. Το χρώμα τους είναι σκουροπράσινο, γυαλιστερό στην πάνω επιφάνεια και ανοιχτότερο στην κάτω. Πολύ συνηθισμένα είναι τα κόκκινα στίγματα στα φύλλα τους. Από το ρόδακα των φύλλων βγαίνουν ανθοφόροι βλαστοί, και στην κορυφή τους τα άνθη, σε κεφαλωτές ταξιανθίες, που περιέχουν πολλά γλωσσοειδή ανθίδια, κίτρινου χρώματος. Οι καρποί περιέχουν πολλούς σπόρους, που είναι εφοδιασμένοι με πολλά νήματα στην κορυφή τους, που λειτουργούν ως εξαρτήματα πτήσης και δίνουν στην ταξικαρπία σφαιρικό, χνουδωτό σχήμα. Με το φύσημα του ανέμου, οι σπόροι αποχωρίζονται και διασπείρονται σε σχετικά μεγάλη απόσταση, εξασφαλίζοντας την εξάπλωση του φυτού.

  

Ο ζωχός είναι πολύ κοινό χόρτο, σε όλη τη χώρα, και τον βρίσκουμε σε καλλιεργημένα ή χέρσα χωράφια, όχθες ή παρυφές δρόμων. Στα καλλιεργημένα χωράφια θεωρείται ζιζάνιο, επειδή πολλαπλασιάζεται πολύ εύκολα και μεγαλώνει πολύ, παρεμποδίζοντας την ανάπτυξη των καλλιεργειών. Μαζεύεται από αρχές φθινοπώρου μέχρι τέλη άνοιξης. Η γεύση του είναι πικρή, απαλύνεται όμως λίγο με το βράσιμο και την προσθήκη λεμονιού στο σερβίρισμα. Οι ζωχοί, λόγω της ιδιαίτερης γεύσης τους, προσφέρονται μόνοι τους σε χορτοσαλάτες. Είναι δυνατό να συμμετέχουν με άλλα, γλυκά χόρτα, σε χορτόπιτες.

Φαρμακευτικές ιδιότητες: 

Συστατικά: Πρωτείνες, ανόργανα στοιχεία (Ca, Fe), βιταμίνες (ασκορβικό οξύ, ριβοφλαβίνη, νιασίνη, θειαμίνη), σκοπολετίνη, απιγένινο-7-γλυκουρονίδιο, λουτεόλινο-7-γλυκοσίδης, λουτεόλινο-7-γλυκουρονίδιο, λουτεόλινο-7-γλυκοσυλγλυκουρονίδιο.

Δράση: Ο χυμός του έχει χρησιμοποιηθεί σε ασθένειες του ήπατος και του υπογάστριου.

 

Περισσότερα

Όπως αναφέρει ο Γεννάδιος στο Φυτολογικόν Λεξικόν:

“είνε κοσμοπολίτης, απαντά πανταχού συμβιβαζόμενος και συμμορφούμενος με το έδαφος και το κλίμα πάσης γωνίας της Γής· ομοιάζει δ.δ. προς τους ανθρώπους εκείνους οι οποίοι δεν έχουσι πατρίδα, δεν πονούσι διά την γενέτειρα αυτών γήν δουλεύουσι πάν Σύστημα και εις πάσαν χώραν· αρκεί να παχύνωνται, να φυτοβιώσι κάπου”.

 

Καμπανούλα (Campanula spatulata)

 

 

Ανήκει στην οικογένεια των Καμπανουλιδών (Campanulaceae) και είναι ποώδες φυτό ύψους έως 30 εκ., με σφαιρικό ή κυλινδρικό κόνδυλο.

Οι βλαστοί είναι λεπτοί, ανορθωμένοι, απλοί ή με λίγες διακλαδώσεις. Τα φύλλα της βάσης, μήκους 0,5-3 εκ., σχηματίζουν ρόδακα και είναι ωοειδή, αντωοειδή ή ελλειψοειδή με μακρύ μίσχο.Τα φύλλα του βλαστού είναι εναλλασσόμενα, τα κατώτερα αντωοειδή-σπατουλοειδή, τα ανώτερα γραμμοειδή - λογχοειδή.

Τα άνθη είναι μονήρη ή λίγα στις άκρες των βλαστών. Ο κάλυκας έχει πέντε μακριούς, στενά τριγωνικούς έως βελονοειδείς οδόντες. Η στεφάνη, μήκους 0,5-3 εκ., είναι σκούρα γαλάζια, χοανοειδής, με πέντε βαθείς λοβούς.

Βρίσκεται σε θαμνώνες, δάση και διάκενα, κυρίως σε μέσα και μεγάλα υψόμετρα. Είναι βαλκανικό φυτό, κοινό στην Ελλάδα.

 

Καρυδιά (Juglans regia)

Η καρυδιά ανήκει στην οικογένεια των Καρυωδών (Juglandaceae), Το γένος αυτό αριθμεί 55 περίπου είδη, καθώς και αρκετές ποικιλίες. Η καρυδιά είναι ένα μεγάλο φυλλοβόλο δέντρο, μακρόβιο, ύψους 12 - 30 μέτρα, όπου σπάνια φτάνει και τα 60 μέτρα. Είναι δέντρο με ελεύθερη ανάπτυξη, δυνατά κλαδιά και με μεγάλη απλωτή κόμη. Τα φύλλα της είναι μεγάλα, σύνθετα, χωρισμένα σε πολλά μικρότερα ωοειδή, σκουροπράσινα, κατά ζεύγη, φυλλάρια που έχουν ευχάριστη μυρωδιά. Τα άνθη της έχουν λευκό χρώμα, είναι μονογενή και παράγουν αρσενικά και θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα σε διαφορετικά άνθη πάνω στο ίδιο όμως δέντρο. Τα αρσενικά άνθη είναι διατεταγμένα κατά κρεμάμενους βότρεις (ίουλους), ενώ τα θηλυκά κατά στάχεις στις άκρες των βλαστών. Ανθίζει τον Απρίλιο - Μάιο. Ο καρπός της είναι δρύπη, το γνωστό καρύδι, με σχήμα ωοειδές ή σφαιρικό. Το περικάρπιο του, που είναι πράσινο στην αρχή και μετά σκουραίνει όταν ωριμάσει, αποτελείται από ανθεκτική επένδυση, το ενδοκάρπιο, που είναι σκληρό, ξυλώδες και λέγεται κέλυφος (καρυδότσουφλο). Το ενδοκάρπιο αποτελείται από 2 τμήματα και περικλείει το σπέρμα (ψίχα), το οποίο χωρίζεται ως το μέσο σε 4 λοβούς με 4 μεμβρανώδη ημιδιαφράγματα.

Φαρμακευτικές ιδιότητες: Οι θεραπευτικές ιδιότητες της καρυδιάς είναι πολλές και ευεργετικές και οφείλονται στα συστατικά που περιέχει. Ο Γάλλος γιατρός Negrier, το 1841 ασχολήθηκε με τις θεραπευτικές ιδιότητες των φύλλων της. Θεραπευτικά τα φύλλα της καρυδιάς χρησιμοποιούνται εναντίον των παθήσεων των ματιών, όπως βλεφαρίτιδα στα παιδιά και της χοιραδώσεως. Το αφέψημα και το έγχυμά τους είναι τονωτικό του πεπτικού σωλήνα και σταματά τις διαρροϊκές κενώσεις σε τοξικές καταστάσεις. Οι Boys de Loutry και Costilhes χρησιμοποιούσαν το αφέψημα των φύλλων με μορφή κολπικών πλύσεων κατά των εξελκώσεων του αυχένα της μήτρας, ενώ ο Vidal de Careis κατά της λευκόρροιας. Ο Dubois χρησιμοποιούσε πυκνό αφέψημα φύλλων για τη θεραπεία της τριχόπτωσης, ο Bruguiec για κακοήθη εξανθήματα και ο Vitet για τη θεραπεία της ψωρίασης, του έρπητα, των διαφόρων λειχήνων και των εκζεμάτων. Επίσης, αφέψημα φύλλων και φλοιού χρησιμοποιήθηκαν με επιτυχία κατά των οξέων αμυγδαλών και κατά του απλού ρινικού κατάρρου. Το αφέψημα των φύλλων κατεβάζει το σάκχαρο των διαβητικών, καθώς στο διάστημα χρησιμοποιήσεως ινσουλίνης μειώνει το σάκχαρο των ούρων και καθαρίζει το αίμα. Χρησιμοποιείται επίσης για εξωτερικές πλύσεις τραυμάτων και τη θεραπεία των δερματικών φλυκταινών.

 Όταν προστεθεί στο νερό του λουτρού είναι ευεργετικό για τη ραχίτιδα, τη σήψη και την υπερτροφία των οστών, καθώς και για πυώδης πληγές στα νύχια των ποδιών και των χεριών. Ενδείκνυται για την ακμή, τα ιδρωμένα πόδια και για τις χιονίστρες.Τα φρέσκα φύλλα διώχνουν τα έντομα και προπαντός τους κοριούς.

Ένα απλό έγχυμα φύλλων μπορεί να σκοτώσει ή να απομακρύνει τα μυρμήγκια. Αν αλείψουμε με το έγχυμα αυτό τα άλογα, δεν θα τα πλησιάζουν αλογόμυγες. Επίσης, το βάμμα που φτιάχνεται από τα νωπά φύλλα χρησιμοποιείται εναντίον της φυματιώδους λεμφαδενοπάθειας, του ραχιτισμού, της παθήσεως των αρθρώσεων και της γαστρεντερίτιδας. Πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν τις αντιμυκητιακές και αντισηπτικές τους ιδιότητες.Τα αποξηραμένα φύλλα, αναμιγμένα με κρασί, χρησιμοποιούνται κατά του ίκτερου. Το γιατρικό των ανθέων συνίσταται για περιόδους μεταβολών, όπως η εμμηνόπαυση. Το σαρκώδες πράσινο εξωκάρπιο είναι ταινιοκτόνο και ελμινθοκτόνο σαν έγχυμα, όπως και το αφέψημα των φύλλων.Ο Γαληνός χρησιμοποιούσε τον οπό του φλοιού αυτού αραιωμένο σε στυπτικούς γαργαρισμούς και κατά της πυόρροιας των αμυγδαλών. Συνίσταται ακόμη κατά των διαλειπόντων πυρετών και εξαιτίας της ναφθοκινόνης που περιέχει, του αποδίδεται ενέργεια ερυθραντική επί του δέρματος και θεραπευτική κατά των εκζεμάτων, των κηρίων, των πυοδερματίτιδων, της ψωριάσεως και της φθειριάσεως. Επίσης, αποτελεί τη βάση της «αντιαφροδισιακής πτισάνης του Pollisi» και σε μορφή σκόνης, είναι εκδοριακός, ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντί των κανθαρίδων. Ο χυμός των φλοιών χρησιμοποιείται με επιτυχία και κατά των κρεατοελιών, ενώ κοπανισμένος (ο φλοιός) βγάζει τους κάλους. 
Η λεπτή, κίτρινη μεμβράνη που περιβάλει την ψίχα, σε μορφή σκόνης, αποτελεί θεραπεία για κωλικούς.Τα καρύδια συνιστώνται στους αδύναμους οργανισμούς, τους φυματικούς, τους σακχαροδιαβητικούς (περιέχουν μικρή ποσότητα υδατανθράκων) και σε πολλές παθήσεις. Το «γλυκό καρυδάκι» είναι αξιοσύστατο για αδύνατους, φυματικούς και αιμοπτοϊκούς, γιατί περιέχει σημαντική ποσότητα δεψικών ουσιών. 
Θεωρούνται επίσης, τα κατ' εξοχήν φάρμακα κατά των δηλητηριάσεων και ως αντίδοτο των ύπουλων ιών και σύμφωνα με τον Hartwell (1967-1971), χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του καρκίνου, του ψευδάνθρακα, τους όγκους και ειδικά τον καρκίνο του στήθους, καθώς και για τη θεραπεία τους άσθματος, τον πόνο στην πλάτη, το συφιλιδικό έλκος, τους κωλικούς, την επιπεφυκίτιδα, το βήχα, την καούρα, την εκσπερμάτωση, την ανικανότητα και τους ρευματισμούς.
Είναι εξαιρετικό φάρμακο κατά της υπερπτητικότητας του αίματος. 
Η ξερή ψίχα συνίσταται για όλους τους πνευματικά εργαζόμενους καθώς και τους ορειβάτες αθλητές και γενικά τα άτομα που υποβάλλονται σε μεγάλες σωματικές και πνευματικές κοπώσεις. Το καρυδέλαιο, είναι γνωστό από τον Διοσκουρίδη ως ανθελμινθικό και ταινιοκτόνο. Το 1916, ο De Surel επιβεβαίωσε τις ανθελμινθικές του ιδιότητες που αυξάνονται με τη συμμετοχή του σκόρδου. Χρησιμοποιείται και ως καθαρτικό. Σταματά επίσης τον πονόδοντο και είναι ευεργετικό στις πληγές και στα χελώνια.

Περισσότερα

Το φυτό ήταν γνωστό και αναφέρεται από την αρχαιότητα, με το όνομα «καρύα» και «κάρυον», αν και ο Θεόφραστος με το ίδιο όνομα ονομάζει και άλλα δέντρα. Η ονομασία “Juglans” προέρχεται από τις λέξεις “Jovis glans” (βάλανος του Δία). Για ιατρική χρήση χρησιμοποιούνταν μόνο οι φλοιοί των άωρων καρπών. Η γρήγορη διάδοση του φυτού προς το Βορρά, οφείλεται σε διατάγματα του Καρόλου του Μεγάλου.

Η καλλιέργεια της καρυδιάς

Πολλαπλασιασμός - Γονιμοποίηση. Η καρυδιά είναι δέντρο που πολλαπλασιάζεται εγγενώς με σπόρους και αγενώς με μοσχεύματα πολύ εύκολα σε δροσερά μέρη. Σήμερα στην δενδροκομία γίνεται στρωμάτωση των σπόρων σε κασόνια με ψιλή άμμο, όπου αναπτύσσονται δενδρύλλια. Τα σποριόφυτα φυτεύονται στις μόνιμες θέσεις τους πρόωρα το καλοκαίρι και χρήζουν μερικής προστασίας από το κρύο για τον πρώτο τους χειμώνα. Η καρυδιά επικονιάζεται με τον αέρα. Η γύρη της μεταφέρεται σε απόσταση περίπου 75 - 90 μέτρα και συνεπώς οι καρυδιές - γονιμοποιητές θα πρέπει να τοποθετούνται στους οπωρώνες σε κάθε 10η σειρά και σε αντίθετη κατεύθυνση από τον άνεμο.Οι απαιτήσεις της καρυδιάςΗ καρυδιά έχει μεγάλη, υπόγεια βλάστηση και απαιτεί έδαφος βαθύ, καλά αποστραγγιζόμενο, αργιλώδες, θρεπτικό, ασβεστούχο και ελαφρώς αλκαλικό (pH 4.5 έως 8.2). Ευδοκιμεί σε μέτρια υγρό και ζεστό κλίμα, το οποίο βελτιώνεται με τη σκιά των φύλλων της, και σε θέση προφυλαγμένη από ισχυρούς ανέμους. Αντέχει μια ετήσια βροχόπτωση που ανέρχεται στα 31 ως 147 εκατοστά και ετήσια μέση θερμοκρασία 7 με 21.1 °C (όταν βρίσκεται σε λήθαργο αντέχει σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, κάτω των -27 °C, χωρίς σοβαρές επιπτώσεις). Είναι φωτόφιλο είδος και ευπαθές στους παγετούς κατά την νεαρή του ηλικία.

Καλλιεργητικές φροντίδες. Η καρυδιά έχει ανάγκη από κλάδεμα στη ρίζα, 2 - 3 πόντους κατά το φύτεμα, όπως και στη φούντα, για να σχηματιστεί καλό ριζικό σύστημα. Απαραίτητα είναι τα ποτίσματα και τα σκαλίσματα στο δενδρύλλιο για να αναπτυχθεί γρήγορα. Ο λάκκος ποτίσματος θα πρέπει να είναι σε μικρή απόσταση από τον κορμό, διότι όταν είναι κορεσμένος από νερό ο κορμός προσβάλετε από μύκητες. 
Στις εντατικές καλλιέργειες, οι καρυδιές φυτεύονται αρχικά σε αναλογία 13 - 18 δέντρα ανά στρέμμα και αραιώνονται σε 8 - 13 δέντρα, όταν με την πάροδο του χρόνου παρατηρείται συνωστισμός. Οι ποικιλίες που χρησιμοποιούνται σαν γονιμοποιητές φυτεύονται σε πυκνές σειρές και σε επιλεγμένες αποστάσεις.

Παραγωγή – Αποδόσεις. Η καρυδιά είναι δέντρο που καλλιεργείτε τόσο για τον εδώδιμο καρπό της, όσο και για την εκμετάλλευση του ξύλου της. Οι νεώτερες ποικιλίες καρποφορούν για πρώτη φορά στα 5 με 8 χρόνια και παράγουν περίπου 2.5 τόνους ανά εκτάριο. Οπωρώνες σε σχετικά φτωχά εδάφη, όπως βουνά, παράγουν 1.5 με 2.25 τόνους ανά εκτάριο, ενώ οπωρώνες σε καλά καλλιεργημένες περιοχές παράγουν 6.5 με 7.5 τόνους ανά εκτάριο. Συλλογή – ΣυγκομιδήΤα φύλλα της καρυδιάς συλλέγονται την άνοιξη, τα μπουμπούκια και άνθη τον Μάιο, ο πράσινος εξωτερικός φλοιός τον Ιούλιο, ενώ τα καρύδια στις αρχές του Σεπτέμβρη έως τις αρχές του Νοέμβρη. Η συγκομιδή των καρπών γίνεται με το τίναγμα των δέντρων με δονητές κορμών ή άκρων ανάλογα με το μέγεθος τους. Τα καρύδια συλλέγονται σε μεγάλα δοχεία και μεταφέρονται σε εγκαταστάσεις επεξεργασίας, όπου αφαιρείται ο εξωτερικός φλοιός και ξηραίνονται σε στεγνωτήρες με εξαναγκασμένο αέρα στους 38 - 43 οC έως ότου η περιεχόμενη υγρασία φτάσει το 8%. Μπορούν να διατηρηθούν αρκετούς μήνες σε θερμοκρασία περιβάλλοντος όταν είναι ξερά και για χρόνια όταν καταψυχθούν. Πωλούνται είτε με το περίβλημα μετά από λεύκανση, είτε μόνο η ψίχα. Τα φύλλα ξηραίνονται είτε σε εξωτερικούς ημισκιερούς χώρους, είτε σε χώρους με ελεγχόμενη θερμοκρασία και υγρασία. Όταν ξεραθούν φυλάγονται με προσοχή για να διατηρείται η οσμή και η γεύση τους. Ο πράσινος φλοιός των καρυδιών με την αποξήρανση του γίνεται λεπτός, ζαρώνει και παίρνει γλυκιά γεύση.

ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΕΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΥΔΙΑΣ

Η καρυδιά είναι ένα δέντρο του οποίου όλα τα μέρη είναι χρήσιμα, όπως τα φύλλα, ο πράσινος φλοιός του καρπού, ο φλοιός των μίσχων και των ριζών, η επιδερμίδα της ψίχας, τα καρύδια, τα άνθη, ακόμα και το ξύλο. 
Τα φύλλα της έχουν οσμή ισχυρή, αρωματική που γίνεται πιο έντονη όταν τα τρίβει κανείς με τα δάκτυλα του. Η δε γεύση τους είναι υπόπικρη, ρητινώδης και ελαφρά δηκτική. Περιέχουν γιουγκλόνη, γιουγκλαντίνη, από τις πιο σημαντικές ουσίες της καρυδιάς, ταννίνη, ινοσίτη, δεψικές ουσίες, κερκετίνη, καϊμπφερόλη, καφεϊκό οξύ, ίχνη π-κουμαρικού οξέος, ένα αιθέριο έλαιο, μια χρωστική και μια πικρή ουσία. Οι τανίνες ευνοούν την αποκατάσταση του πνευμονικού παρεγχύματος και μαζί με τον ινοσίτη αποτελούν τονωτικά των μυϊκών ιστών. Η γιουγκλαντίνη που περιέχουν, ένα αλκαλοειδές, είναι καθαρτική και διεγείρει την όρεξη επιδρώντας ευνοϊκά στο στομάχι. Είναι πλούσια σε βιταμίνη C (σχεδόν 1% του βάρους), καθώς και σε καροτίνη. Λέγεται ότι περιέχουν και ιώδιο. Συγκριτικά με τα φύλλα, τα άνθη της είναι περισσότερο πικρά, ρητινώδη και δηκτικά στη γεύση. 
Το σαρκώδες πράσινο περικάρπιο των καρυδιών είναι πλούσιο σε καρπικά οξέα και μεταλλικά στοιχεία. Περιέχει άμυλο, χλωροφύλλη, μηλικό και κιτρικό οξύ, άλατα, ταννίνη, δεψίνη και άλλες ουσίες. Ο χυμός του, διηθούμενος, είναι ανοιχτόχρωμος στην αρχή, όταν όμως έρθει σε επαφή με τον αέρα γίνεται πολύ σκούρος και ταυτόχρονα χάνει την πικρή του γεύση. 
Στην επιφάνειά του σχηματίζεται μια μαύρη κρούστα που προέρχεται από την αλλοίωση ενός κυρίου συστατικού της καρυδιάς, της γιουκλόνης, που είναι άγευστη, άοσμη και όταν αποξηρανθεί έχει την όψη Εβραϊκού κατραμιού (Bitume de Jude). Επίσης, από το περικάρπιο παράγεται ένα αιθέριο κιτρινόχρωμο έλαιο, ινοσίνη και η προαναφερθείσα γιουγκλόνη που η τελευταία στον αέρα μεταβάλλεται σε οξυναφθοκινόνη (oxyjuglone) ή διοξυναφθοκινόνη (dioxynaphtoquinone). Στην επιδερμίδα του φλοιού περιέχεται και καρυοδεψικό οξύ. Τέλος, το περικάρπιο είναι πλούσιο σε βιταμίνη C. Η κιτρινόχρωμη επιδερμίδα που περιβάλλει το παρέγχυμα (ψίχα) του καρυδιού έχει γεύση πολύ στυπτική όταν είναι φρέσκια, που τη χάνει όταν ξεραθεί γιατί ελαττώνεται η περιεχόμενη σ’ αυτήν δεψίνη και κάποια ρητινώδης ύλη. Το παρέγχυμα (ψίχα), είναι λευκού χρώματος, έχει ευχάριστη και γλυκιά γεύση, περιέχει αζωτούχες, λιπαρές και εκχυλισματικές ουσίες, κυτταρίνη, αλβουμίνη, τέφρα και νερό. Από την ψίχα παράγεται με έκθλιψη ένα σημαντικό λιπαρό έλαιο, το καρυδέλαιο, το οποίο περιέχει α-λινολενικό και α - λινολεϊκό οξύ, καθώς επίσης παλμιτικό, στεατικό και ελαϊκό οξύ. Έχει ευχάριστη γλυκιά γεύση και μπορεί να αντικαταστήσει το ελαιόλαδο και το αγνό βούτυρο, παρουσιάζοντας όμως το μειονέκτημα ότι ταγκίζει εύκολα και γρήγορα.
Η ψίχα έχει περιεκτικότητα σε λιπαρές ουσίες 42%, όταν είναι φρέσκια και 57.12% όταν είναι ξερή. Τα άγουρα καρύδια είναι μια από τις πλουσιότερες πηγές ασκορβικού οξέος (βιταμίνη C) και χωνεύονται πιο εύκολα άγουρα, διότι όταν ωριμάσουν κιτρινίζουν, ταγκίζουν, ερεθίζουν το λαιμό, προκαλούν βήχα και δυνατούς κωλικούς. Τα καρύδια περιέχουν ασβέστιο, κοβάλτιο, σίδηρο, φωσφόρο, μαγγάνιο, βιταμίνες κ.α. H καρυδιά είναι δέντρο γνωστό εδώ και πολλά χρόνια για τη φαρμακευτική του δράση, η οποία οφείλεται στα διάφορα συστατικά που περιέχονται τόσο στη ρίζα, τα φύλλα, τον πράσινο φλοιό των καρυδιών όσο και στα ίδια τα καρύδια. Περιέχει κυρίως ναφθοκινόνες, οξέα, φλαβονοειδή, τερπενοειδή, καροτενοειδή, πτητικά έλαια, υδρογονάνθρακες, τανίνες, αλδεΰδες, αλκαλοειδή, βιταμίνες, μέταλλα, ένζυμα, φωσφογλυκερίδια, αμίνες και πρωτεΐνες.

ΧΡΗΣΙΜΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΑΞΙΑ

Το ξύλο της καρυδιάς είναι ανεκτίμητο. Χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία, την ξυλουργική, την ξυλογλυπτική, την οπλοποιία και την τορνευτική. Το ξύλο αυτό έχει χρησιμοποιηθεί παλαιότερα για ρόδες και για σώματα των λεωφορείων. 
Ο φλοιός της καρυδιάς και η ρίζα δίνουν ωραία πυρόξανθη ή καστανόχρωμη βαφή για υφάσματα και δέρματα και χρησιμοποιείται από τις γυναίκες για το βάψιμο των μαλλιών.
Η πράσινη εξωτερική φλούδα της καρυδιάς δίνει πράσινο ωραίο χρώμα που βάφουν τα αυγά της Λαμπρής. Με το φλοιό επίσης του καρπού οι επιπλοποιοί βάφουν το ξύλο των επίπλων με κάρυνο χρώμα. Επίσης, από τον φλοιό παρασκευάζεται ένα τονωτικό και ευστόμαχο ηδύποτο (Ratafia, Ρατάφια).
Το περίφημο λάδι της χρησιμοποιείται εκτός από τη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική, στη βιομηχανία της σαπωνοποιίας και της βερνικοποιίας.
Χρησιμοποιείται στη ζωγραφική για την ανάμιξη χρωμάτων με το βερνίκι και ως έλαιο λαμπτήρων. Από 35 κιλά καρυδιών, παράγονται 6 κιλά ξεφλουδισμένα καρύδια, από τα οποία παράγεται 3 κιλά λάδι. Τα υπολείμματα του καρυδιού, ύστερα από την έκθλιψή τους με την οποία βγαίνει το καρυδέλαιο, είναι πολύ θρεπτικά και χρησιμοποιούνται για ζωοτροφή. Ο καρπός της γίνεται ωραιότατο και τονωτικότατο γλυκό που έχει θρεπτική αξία ίση με αυτή του τυριού. Χρησιμοποιείται στις βιομηχανίες ζαχαρωδών προϊόντων, για αρωματική ουσία και τρώγεται νωπός ή ξηρός, ψημένος ή αλατισμένος. Με τον άγουρο καρπό της ανακατεμένο, σε αναλογία 2:1, με χυμό από άγουρα σταφύλια ή με καλό ξύδι, μπορεί να παρασκευαστεί ένα επιδόρπιο, ενώ με τα πράσινα φύλλα της καρυδιάς λικέρ. Από το χυμό της καρυδιάς που είναι άφθονος και διαυγής, ο Γάλλος φαρμακοποιός Banon παρασκεύασε το 1811 ένα άριστο σάκχαρο. Η εργασία της παρασκευής και η αποκρυστάλλωση του σακχάρου του χυμού της καρυδιάς μοιάζει με του σακχάρου του τεύτλου και του καλαμοσάκχαρου. Ενέργεια 
Εάν οι αποδόσεις των 7.500 κιλών καρυδιών ανά εκτάριο παρήγαγαν όλο το 65% (63-67%) του λαδιού που περιέχουν, υπάρχει μια πιθανή παραγωγή λαδιού σχεδόν 5000 τόνων το χρόνο, ένας πολύ σημαντικός στόχος, εάν είναι εφικτό. 
Μετά από την εξαγωγή της βιταμίνης C και της τανίνης, τα υπολείμματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως καύσιμη ύλη ή αιθανόλη. Τα κλαδέματα των δέντρων μπορούν να συμβάλουν άλλους 5000 τόνους βιομάζας το χρόνο.

ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΟΣΟΛΟΓΙΑ

Τα φύλλα χρησιμοποιούνται παρασκευάζοντας: α) έγχυμα από 15-30 γρ. ψιλοκομμένων φρέσκων φύλλων σε 500 ml νερό με ημερήσια κατανάλωση 2-5 φλιτζάνια, το οποίο χρησιμοποιείται για δερματικά προβλήματα και φλεγμονές των ματιών (πλύσεις), σαν πεπτικό τονωτικό για την ανορεξία. Χρησιμοποιείται επίσης για το έκζεμα ή για πληγές και εκδορές, β) αφέψημα πρόσφατων και ξερών φύλλων στην ίδια αναλογία, γ) εκχύλισμα, 40-80 εκατοστά του γρ. την ημέρα, δ) αφέψημα και εκχύλισμα εξωτερικής χρήσεως ως λοσιόν (50:1000) για χιονίστρες και κατά των ελκών, ε) σιρόπι με εκχύλιση 35-50 γρ. φύλλων (για ημερησία κατανάλωση), στ) σαν τονωτικό του πεπτικού σωλήνα και για θεραπεία της διάρροιας μπορούμε να ρίξουμε 2-4 γρ. ξηρά και κονιοποιημένα φύλλα σε 150 γρ. λευκό κρασί και να παραμείνουν 12 ώρες, ζ) κολλύριο από 192 γρ. αφεψήματος φύλλων, 1 γρ. μπελαντόνα και 1 γρ. λάβδανο, η) βάμμα από νωπά φύλλα κατά της φυματιώδους λεμφαδενοπάθειας, του ραχιτισμού, της γαστρεντερίτιδας κ.α., και θ) ως κατάπλασμα για πληγές. Επίσης 100 γρ. φύλλων μπορούν να προστεθούν σε κάθε λουτρό για την καταπολέμηση κυρίως δερματικών παθήσεων.
Από το πράσινο εξωκάρπιο παρασκευάζονται: α) έγχυμα από φρέσκο φλοιό 20 γρ. σε 1 λίτρο νερό, για τη χρόνια διάρροια ή ως τονωτικό για την αναιμία και για την τριχόπτωση με ξέπλυμα των μαλλιών, ενώ σε αναλογία 10 γρ. σε 100 γρ. νερό είναι ταινιοκτόνο και ελμινθοκτόνο, β) αφέψημα 32 γρ. φλοιού σε 500 ml νερό, γ) βάμμα με την προσθήκη πράσινων φλοιών σε οινόπνευμα με αναλογία 1:6, 20-30 γρ. τη μέρα και δ) εκχύλισμα με οινόπνευμα. Από το άγουρο καρύδι παρασκευάζεται α) έλαιο, 2 κουταλιές ελαίου καθημερινά ως συμπληρωματικό της διατροφής, για τις εμμηνορροϊκές διαταραχές ή το ξηρό λεπιδώδες έκζεμα, αλλά και ως κατάπλασμα, β) γλυκό του κουταλιού, και γ) ηδύποτο, όπου μπορούμε να πίνουμε 1 κουταλάκι ημερησίως (πολύ τονωτικό).

ΠΡΟΦΥΛΑΞΕΙΣ – ΤΟΞΙΚΟΤΗΤΑ

Η καρυδιά και τα προϊόντα της γενικά δεν προκαλούν ιδιαίτερα προβλήματα. Τα φύλλα της μπορεί να είναι επιβλαβή για ευαίσθητα άτομα με αλλεργίες και η γύρη των ανθέων, κοινό αλλεργιογόνο, μπορεί να προκαλέσει πυρετό. Τοξικά προβλήματα στον άνθρωπο δεν έχουν αναφερθεί, παρά μόνο ότι προκαλεί βαθύ ύπνο σε όσους κοιμούνται υπό τον ίσκιο της εξαιτίας της οσμής που εκπέμπει. 
Εντούτοις, είναι τοξική σε κάποια φυτά, εξαιτίας της γιουγκλόνης που περιέχει, η οποία είναι η κύρια αλληλοπαθητική χημική ουσία που είναι υπεύθυνη για την αναστολή της ανάπτυξης μερικών φυτικών ειδών που φυτρώνουν σε μέρη όπου αυτή βρίσκεται σε μεγάλη συγκέντρωση. Απελευθερώνεται από τις ρίζες της καρυδιάς και επειδή είναι δυσδιάλυτη στο νερό, δεν ταξιδεύει εύκολα στο χώμα, ώστε να είναι γρήγορη η απομάκρυνσή της απ' αυτό και μπορεί να παραμείνει ενεργή σε αυτό για αρκετά χρόνια αφότου αφαιρεθούν οι καρυδιές. Επηρεάζει κυρίως τις ντομάτες, τις μαύρες σημύδες, το τριφύλλι, τις μηλιές, τα δημητριακά, τα φασόλια, τις πατάτες κ.ά, γι' αυτό κάποια κηπευτικά είδη δε θα πρέπει να καλλιεργούνται κοντά σε καρυδιές.

 

 Καστανιά (Castanea vulgaris)

 

 

Η καστανιά ανήκει στην οικογένεια Φηγιδών (Fagaceae), με 12 είδη φυλλοβόλων, αιωνόβιων μεγάλων δέντρων ιθαγενή των εύκρατων περιοχών του βορείου ημισφαιρίου. Οι καρποί τους, τα κάστανα, βρίσκονται μέσα σε ένα ξυλώδες περίβλημα που έχει αγκάθια εξωτερικά και ανοίγει όταν οι καρποί ωριμάσουν. Ανάλογα με το είδος, μέσα στο περίβλημα υπάρχουν 2-3 καρποί και σε άλλα είδη μόνο ένας. Οι καστανιές είναι μεγάλα δέντρα συνήθως και το ύψος τους μπορεί να φτάσει τα 35 μέτρα. Είναι είτε αυτοφυή είτε καλλιεργούνται για τους νόστιμους καρπούς τους και για την καλή σε ποιότητα ξυλεία τους αλλά και σαν καλλωπιστικά σε διάφορα πάρκα. Οι καστανιές πρέπει να βρίσκονται σε υψόμετρο πάνω από 250 μέτρα και δεν ευδοκιμούν σε χαμηλότερα υψόμετρα.

Πολλαπλασιάζονται με σπόρο, με μοσχεύματα και με εμβολιασμό. Το δέντρο ανθίζει κατά την άνοιξη και τα κάστανα ωριμάζουν από τις αρχές Σεπτεμβρίου μέχρι τέλη Νοεμβρίου ανάλογα με τις συνθήκες και τη ποικιλία. Κάθε δέντρο μπορεί να δώσει από 30-50 κιλά κάστανα. Το μέγιστο της απόδοσης θεωρείται το 50ο-60ο έτος της ηλικίας του. Το μέγεθος του κάστανου έχει να κάνει με την υγρασία, τη ποικιλία και τη σύσταση του εδάφους. Τα ασβεστολιθικά πετρώματα είναι απαγορευτικά για την ανάπτυξη του φυτού. Η συγκομιδή γίνεται με τίναγμα των καρπών του δέντρου και στη συνέχεια γίνεται μάζεμα με το χέρι. Μερικοί στρώνουν δίχτυα για πιο εύκολο μάζεμα.

 

Φαρμακευτικές ιδιότητες: Ο φλοιός της καστανιάς είναι αντιπυρετικός και τα φύλλα της χρησιμοποιούνται για την καταπράϋνση του κοκίτη. Φύλλα καστανιάς μουσκεύονται μέσα σε αραιωμένο οινόπνευμα και χρησιμοποιούνται για την καταπράϋνση του βήχα. «Τσάι» από φύλλα καστανιάς είναι τονωτικό στομαχικό. έχει αντιπυρετική δράση και πιστεύεται ότι ανοίγει την όρεξη Πλύσιμο των ματιών με «τσάι» καστανιάς είναι ευεργετικό στις οφθαλμικές παθήσεις.

Περισσότερα

Η καστανιά είναι πανάρχαιο δέντρο όπως αποδεικνύεται από διάφορα ευρήματα της εποχής του Χαλκού. Ήταν η τροφή των φτωχών το μεσαίωνα. Τα νωπά κάστανα περιέχουν 50% νερό, 45% υδατάνθρακες και 5% φυτικό έλαιο. Τρώγονται ψητά ή βραστά, χρησιμοποιούνται στη ζαχαροπλαστική, στη μαγειρική σε διάφορες συνταγές και γίνονται και αλεύρι κυρίως σε διάφορες περιοχές της Ασίας. Στην Ελλάδα ο καστανάς είναι από τα πιο παλιά και παραδοσιακά επαγγέλματα και η εικόνα ενός ανθρώπου με μία μικρή ψησταριά με το όνομα φουφού, να ψήνει κάστανα το χειμώνα στους δρόμους των μεγάλων πόλεων έχει μείνει κλασσική. Καστανιές βρίσκονται κυρίως στη ΘεσσαλίαΜακεδονία και στις ορεινές περιοχές της Κρήτης. Ονομαστές ποικιλίες είναι τα κάστανα Πηλίου και Κρήτης.

 

Τα κυριότερα είδη καστανιάς είναι:

1) Η Ευρωπαϊκή Καστανιά. Γρήγορα αναπτυσσόμενο δέντρο που φτάνει τα 30 μέτρα σε ύψος. Τα φύλλα του είναι πριονωτά και μεγάλα, τα κάστανα έχουν καφέ ή καστανόγκριζο ρυτιδωμένο φλοιό. Το ξύλο της Ευρωπαϊκής καστανιάς είναι σκληρό και ανθεκτικό, σχίζεται εύκολα και δεν προσβάλλεται από μύκητες και έντομα. Χρησιμοποιείται στην επιπλοποιία, στην παραγωγή δοκαριών, πασσάλων σαν οικοδομική ξυλεία (ανθεκτικές σανίδες) στην παραγωγή χαρτιού και στη βυρσοδεψία.

2) Η Ιαπωνική καστανιά. Είναι δέντρο ή θάμνος με ύψος που φτάνει τα 10 μέτρα. Έχει φύλλα σχήματος καρδιάς και τα κάστανα που παράγει είναι μεγάλα αλλά όχι τόσο νόστιμα.

3) Η Αμερικανική καστανιά. Το ύψος των δέντρων φτάνει τα 35 μέτρα και δίνει καλής ποιότητας ξυλεία ενώ και οι καρποί τους θεωρούνται από τους πιο νόστιμους. Το είδος κινδύνευσε με εξαφάνιση όταν το 1900 ένας μύκητας πρόσβαλλε τα δέντρα και προκάλεσε την ασθένεια «σήψη της καστανιάς». Όσες καστανιές παρέμειναν από την πανωλεθρία αυτή διασταυρώθηκαν με ανθεκτικές ασιατικές ποικιλίες.

4) Η Κινεζική καστανιά. Τα δέντρα φτάνουν τα 18 μέτρα ύψος. Είναι ένα πολύ ανθεκτικό είδος στα έντομα και τις ασθένειες καθώς και στο σάπισμα. Αναπτύσσεται σε μεγάλα υψόμετρα, πάνω από 2000 μέτρα. Τα κάστανα της θεωρούνται πολύ νόστιμα.

 

Καυκαλήθρα (Tordylium αpulum)

 

 

  Ανήκει στην οικογένεια των Σκιαδανθών (Umbelliferae) και άλλες ονομασίες του είναι: Καυκαλίδα, αγριοκουτσουνάδα, μοσχολάχανο. Είναι από τα σημαντικότερα αρωματικά χόρτα της χώρας μας, που φυτρώνει κυρίως σε καλλιεργημένα και μη χωράφια. Συναντούμε και άλλα είδη της που διαφέρουν κυρίως ως προς το μέγεθος. Είναι μικρό ετήσιο φυτό, που φτάνει σε ύψος τα 15 εκ. Τα φύλλα φυτρώνουν στους βλαστούς με αντίθετη διάταξη, είναι απλά και διαιρούνται σε λοβούς. Τα άνθη του βγαίνουν την Άνοιξη και είναι λευκά σε "σκιάδιο" και έχουν πέντε πέταλα. Ο καρπός του μοιάζει με φασόλι, σκεπασμένο με αγκαθάκια που κολλούν στα ρούχα και με δυσκολία ξεκολλούν ένα - ένα. Όταν ξεραθούν αγκυλώνουν και εμποδίζουν το θερισμό. Σε όλα τα μέρη του φυτού και στους καρπούς υπάρχουν ελαιοφόροι αδένες, που εκκρίνουν αρωματικό αιθέριο έλαιο. Τη βρίσκουμε το χειμώνα και την άνοιξη σε χωράφια, λιβάδια και χέρσες περιοχές. Η καυκαλήθρα θεωρείται από τους γεωργούς κακό βότανο ή ζιζάνιο, ιδιαίτερα όταν ο καρπός της ξεραίνεται. Μπορεί να καλλιεργηθεί σε κήπο και τη μαζεύουμε όταν τα φύλλα της είναι ακόμα μικρά.
 

Τρώγεται ωμή ή βρασμένη μαζί με άλλα χορταρικά, ως σαλάτα. Κυρίως όμως προστίθεται σε μικρή ποσότητα στο μείγμα των χόρτων για χορτόπιτες, στις οποίες χαρίζει ξεχωριστή γεύση και το εξαίρετο άρωμά της. Ως μυρωδικό χόρτο χρησιμοποιείται στη φασολάδα, στον ωμό μαριναρισμένο με ξύδι και χοντρό αλάτι γαύρο, σε κεφτέδες από φάβα και σε ωμές σαλάτες.

 

Φαρμακευτικές ιδιότητες: Ζωογονεί το νευρικό σύστημα και είναι ένα αξιόλογο θεραπευτικό κατά της μελαγχολίας.

 

 

 Κερασιά (Prunus avium)

Η κερασιά ανήκει στην οικογένεια των Ροδανθών (Rosaceae). Φυλλοβόλο δέντρο με ύψος που φτάνει και τα 20 μέτρα . H καταγωγή του είναι η περιοχή του Καυκάσουκαι έφτασε στην Ευρώπη πολύ γρήγορα ενώ όλες οι ποικιλίες της προέρχονται από την αγριοκερασιά που χρησιμοποιείται για τον πολλαπλασιασμό της και σήμερα μέσω εμβολιασμού. Το περίεργο είναι ότι η βυσσινιά προήλθε από φυσικό υβρίδιο κερασιάς ενώ ο περισσότερος κόσμος πιστεύει το αντίθετο. Η κερασιά καλλιεργείται για το νόστιμο καρπό της το κεράσι ενώ υπάρχουν και ποικιλίες που καλλιεργούνται σαν καλλωπιστικά δέντρα. Τα κλαδιά της είναι όρθια, ο κορμός της είναι λείος γκρίζου χρώματος και τα φύλλα της είναι μεγάλα, ελλειψοειδή και έχουν εμφανείς αδένες. Τα άνθη της είναι μεγάλα, λευκά και είναι οργανωμένα σε ταξιανθίες , φύονται δε ανά 3-6 σε κάθε οφθαλμό.

Η κερασιά ζει περίπου 60 χρόνια και η καρποφορία αρχίζει από τον 4ο χρόνο της ζωής της., ενώ μεγάλες αποδόσεις έχουμε μετά τον 20ο χρόνο.

Ανθίζει σχετικά νωρίς και έτσι είναι δυνατό να υποστεί ζημιές στους ανθούς της από παγετό ή δυνατό ψύχος. Ευδοκιμεί σε διάφορους τύπους εδαφών και προτιμά κυρίως αυτά που δεν περιέχουν ασβέστιο. Πριν να δημιουργηθεί ένας κερασεώνας πρέπει να γίνει βαθύ όργωμα και καλή κατεργασία του εδάφους. Υπάρχουν πάρα πολλές ποικιλίες κερασιάς που βασικά χωρίζονται σε 2 μεγάλες κατηγορίες, αυτές που έχουν απαλή σάρκα και αυτές που έχουν τραγανή.

Φαρμακευτικές ιδιότητες: Τα κεράσια είναι πλούσια σε σάκχαρα και αφομοιώνονται εύκολα από τον οργανισμό. Γι' αυτόν το λόγο είναι ακίνδυνα για τους διαβητικούς. Είναι επίσης διουρητικά.

 

Κεφαλάγκαθο (Echinops spinosissimus)

 

  Ανήκει στην οικογένεια των Συνθέτων (Compositeae) και είναι πολυετής πόα, με βλαστούς ύψους 50 έως 80 εκ., διακλαδισμένους, με πυκνό τρίχωμα. Τα φύλλα έχουν σχήμα ωοειδές-λογχοειδές και είναι πράσινα στην ανώτερη επιφάνεια και λευκά-χνουδωτά στην κατώτερη. Διαιρούνται συνήθως δύο φορές σε τριγωνικούς ή λογχοειδείς λοβούς, οι οποίοι φέρουν μικρά αγκάθια στις παρυφές τους. Η σφαιρική ταξιανθία του έχει διάμετρο 4-7 εκ. και μπλε ή πράσινη-μπλε απόχρωση. Αποτελείται από πολλά σωληνοειδή ανθίδια με μπλε στεφάνες, μέσα από τις οποίες προβάλουν οι εντυπωσιακοί μπλε-γκρι ανθήρες. Κάθε ανθίδιο περιβάλλεται από πολυάριθμα, αγκαθωτά μικρά βράκτια.Φυτρώνει σε ξηρές βραχώδεις πλαγιές, σε θαμνώνες και δασικά διάκενα, σε χαμηλά υψόμετρα. Είναι είδος της Α. Μεσογείου, αρκετά κοινό στην Ελλάδα.